Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Λιαπαδίτικο γλωσσάρι (Μ-Ν-Ξ-Ο-Π)

ΜΙ

Μα τον Άγιο (έκφρ), όρκος.
Μα το Θέονε (έκφρ), μα το Θεό.
Μαβλίζω (ρήμα), κράζω, καλώ|μάβλισμα (το), το κράξιμο | μαβλίστρα (η), η σουρήχτρα που καλούνε τα πουλιά.
Μαγάρι (επίρ), μακάρι.
Μαγδάλω (η), η Μαγδαληνή.
Μαγείρεμα (το), η παρασκευή του φαγητού |τα χρόνια τση πείνας, σε μία λαβέντζα εβράζανε νερό και ερίχνανε αλεύρι από γέννημα. Εγενόντανε έτσι ένας θρεφτικός χυλός.
Μαγειριό (το), η κουζίνα.
Μάγια (η), η τσούκνινη φανέλα που έμπαινε κατάσαρκα.
Μαγιατσέλα (η), ποικιλία απιδιάς, που ρουμένει το Μάη.
Μαγκιόρα (τα), τα καλά | τα φύλλα τση τράπουλας που έχουνε πόντους | αντθ. λιμά.
Μαγκούνα (επίθ), το πολύ πρικό, δηλητήριο. Τα τρία επίπεδα πρικάδας είναι: (αρμυρό – λύσσα – μαγκούνα).
Μαγνάδι (το), το αραιοπλεγμένο ύφασμα.
Μαγουλίτες (οι), η παρωτίτιδα.
Μαδά (έκφρ), ναι, με … ειρωνεία.  
Μαζώνω (ρήμα), μαζεύω,|μάσε (ρήμα προστ), μάζεψε | μάσιμο (το), το μάζεμα.
Μαϊνάρω (ρήμα), καταφέρνω, “...αυτήνε μοναχά το ξύλο τηνε μαϊνάρει”
Μαϊστρελάδα (η) ή μαϊστρέλι (το), υποκοριστικά του Μαΐστρου | Μαΐστρος (ο), για τους Λιαπαδίτες της Γερμανίας, ο προϊστάμενος. 
Μαϊτζάρω (ρήμα), χειρίζομαι | μαΐτζο (το), το συγίριο. 
Μακαροντσίνι (το), το κοφτό μακαρονάκι.
Μακαρούνια (τα), τα μακαρόνια.
Μακελάρης (ο), ο χασάπης. 
Μάκενα (η), η αλεστική μηχανή.
Μακρυέλικα (επίρ), αρκετά μακριά | μακρύωμα (επίρ), μακριά, “… βαριώμαι να πάω τόσο μακρύωμα”.
Μαλαθράκι (το), το σύγκαμα τσου μιτσώνες.
Μάλαθρο (το), το μάραθο.
Μαλακιοί (οι), παλιά ονομασία του χωριού Ψωραροί.
Μαλίνια (η), το δυνατό κρύο, αρρώστια στα πλεμόνια.
Μαλλιερίτας (ο), αυτός που είναι μαλλιαρός, που έχει πολλά μαλλιά.
Μαλλιεροσουκιά (η), ποικιλία σουκιάς, | μαλλιερόσουκα (τα), τα σύκα τση μαλλιεροσουκιάς.
Μάλτα (η), η λάσπη τση οικοδομής.
Μαλτσιάζει η ντομάτα (έκφρ), είναι μολάδα, είναι πολύ ώρουμη.
Μάμα (η), ο πρόλοβος τση κότας.
Μάμαλο (το), η επιστροφή των κυμάτων τση θάλασσας, από τα βράχια.
Μάμος (ο), ο μαιευτήρας.
Μαμουνάς ή μαμωνάς (ο), ο σατανάς.
Μανάλι (το), το κηροπήγιο.
Μανατζάρω (ρήμα), κάνω κουμάντο. Από την αγγλική λέξη manager.
Μανέστρα (η), τα ζυμαρικά γενικά. “… εσήμερα εκάμαμε μανέστρα κολοπίμπιρη”.
Μανίτσα (η), η χειρολαβή.
Μανιφατούρα (η), το εργοστάσιο, το εργόχειρο.
Μανός (ο), η εξωτερική πλευρά του μανωμένου διχτιού.
Μανουβράρω (ρήμα), κάνω μανούβρες, ελιγμούς.
Μαντάκα (η), λίγα πράματα τυλιμένα σ’ ένα πανί. 
Μάντε (η), η Αδαμαντία, η Διαμάντω.
Μαντζάρω (ρήμα), τρώω.
Μάντο (το), το πέπλο.
Μαντύας (ο), η χλαίνη, ο ταμπάρος.
Μανωμένο δίχτυ (το), ένα τριπλό δίχτυ για ψάρεμα | αντιθ. αμάνωτο.
Μάος (ο), ο μάγος | μάϊσα (η), η μάγισα | μαϊκό (το), το μαγικό, το τρικ.
Μαραγγίδι (το), το πολύ ώρουμο σύκο.
Μαργώνω (ρήμα), μουδιάζω από το κρύο,“…είχε τέτοια παωσιά εσήμερα, που εμαργώσανε τα χέρια μου” | μάργωμα (το), το μούδιασμα.
Μαρέντα (η), το κολατσιό.
Μαρίγια (η), η Μαρία, “... ορή Μαρίγιαά, κατήβα εδώ να σου πω.”
Μαριγώ (η), η Μαρία.
Μαρίδι (το), η μιτσή μαρίδα | μτφ. το … πουλί του μιτσού παιδιού “… επροβάτουνε με τα τέσσερα και εκρεμόντανε το μαρίδι του”.
Μάριω (η), η Μαρία. Σε κάποιες παλιές Λιαπαδίτσες, εφάνηκε παράξενο που ένα αρσενικό παιδί, το βαφτίσανε Μάριο!
Μαρκαντικό (το), το εμπορικό κατάστημα.
Μαρμαρένιο (επίθ), καμωμένο από μάρμαρο.
Μαρόκια (τα), ξύλα μεσαίου μεγέθους, πιο μιτσά από γογγύλι | συνεκδχ. λένε και τσι μιτσές πέτρες.
Μαρονιά (η), ποικιλία σουκιάς | μαρόνια (τα), τα σύκα τση μαρονιάς.
Μαρουδιά (η), ένα μικρό μπαμπάι, σαν αράχνη, που είναι σε μία τρύπα, κάτω από τη γης, που τη βγάνουνε μ’ ένα σαλιωμένο χόρτο. Στο Αλεύκι και τσου Παξούς, τηνε λένε χηρολάμπα. Σ' άλλα μέρη τηνε λένε μαρμάγκα.
Μάρσια (η), το εμβατήριο.
Μασάτι (το), το ακονιστήρι.
Μάσινα (η), η μηχανή | μασίνι (το), το μοτέρ.
Μάστακας (o), η ακρίδα | μαστακίδι (το), ο μιτσός μάστακας. Υπάρχει και ένας μεγάλος μάστακας, που τονε λένε ορφανέλα.
Μαστάρι (το), το βυζί.
Μαστέλο (το), το ξύλινο ή λάτινο δοχείο που εκάνανε μπουγάδα.
Μαστελόταβλα (η), η τάβλα που ακουπούσανε στο μαστέλο και επλένανε τα σκουτιά.
Μάστρα (η), η μοδίστρα.
Μαστραπάς (o), το μπουκαλέτο, η καράφα, η μεγάλη μπουκαλίνα.
Ματαβλέπω (ρήμα), ξαναβλέπω.
Ματαγέρνω (ρήμα), ξαναγυρίζω.
Ματακάνω (ρήμα), ξανακάνω.
Ματακύλισμα (το), η υποτροπή μιας αρρώστιας.
Ματανοιώνω (ρήμα), μετανοιώνω, “...εματάνοιωσε στη φτιμή, μα ντρέπεται να το πει”. 
Ματαπάτενα (η), η γυναίκα από το σόι του Ματαπάτη.
Ματαπάω (ρήμα), ξαναπηγαίνω.
Ματαπίνω (ρήμα), ξαναπίνω.
Ματάσυρμα (το), το βγάλσιμο και η επανατοποθέτηση των κεραμιδιών στη σκέπη. Αυτή η δουλειά γένεται κάθε τόσο, για να φύγουν τα τσακισμένα κεραμίδια, και τα σανούδια που έχουνε κουβαλήσει οι σπουργίτοι.
Ματατρώω (ρήμα), ξανατρώγω.
Ματαφέρνω (ρήμα), ξαναφέρνω.
Ματαφεύγω (ρήμα), ξαναφεύγω.
Ματζουράνα (η), το κυκλάμινο.
Ματοκολίδα (η), το κλαρί, η λουμάκα.
Μάτσα (η), η βαρειά, η βαρειοπούλα.
Ματσακάνια (τα), οι μικρές πέτρες.
Ματσουκώνω (ρήμα), βαρώ με το ματσούκι | ματσούκι (το), το παλούκι.
Ματσουρίνια (τα), χαϊδευτικά τα μάτια, “…κλειούνε τα ματσουρίνια του”.
Μαυράδα (η), η κακοσυνεφιά, το μαύρο χρώμα του ουρανού.
Μαυριδερνό ή μαυριδερό (επίθ), μαυρούλικο.
Μαυροζάγανο (το), πουλί του βουνού.
Μαυροσουκιά (η) ποικιλία σουκιάς | μαυρόσουκα (τα), τα σύκα τση μαυροσουκιάς.
Με κάνανε από τίποτα (έκφρ), λένε που δεν αξίζω.
Με σκότισες (έκφρ), με σύγχυσες.
Με χαλάει (έκφρ), μου φέρνει τάση για εμετό.
Μέγκλα (η), η τελευταία μόδα, “… είναι ντυμένος τση μέγκλας, δηλαδή τση κόλας”.
Μελανοβαγιάνα (η), το ψάρι βαγιάνα, που έχει στο λαιμό, ένα μελανί σημείο.
Μελαντονιά (η), ποικιλία σουκιάς|μελαντόνες (οι), τα σύκα τση μελαντονιάς.
Μελιγκόνια (τα), είδος μερμηγκιών.
Μελισσιά (η), το λιωμένο δόλωμα που ρίχνουν στη θάλασσα, για να μαζωθούν ψάρια. Το λένε και μαλάγρα ή μπρούμι.
Μελούρα (η), η μελίγκρα των φυτών.
Μεμέ (το), το γυναικείο στήθος που βγάνει γάλα.
Μέμος (ο), ο Αγαμέμνονας.
Μενάρω (ρήμα), μαλακίζομαι | μενάρισμα (το), η μαλακία.
Μενίδα (η), μικρό ψάρι, το αρσενικό τση μένουλας.
Μένουλα (η), μικρό νόστιμο ψάρι. Αν  είναι και αβγωμένη, τόσο το καλύτερο|μενουλίδι (το), η μιτσή μένουλα.
Μέριζα (η), μία μπαμπακένια γορδέλα, που κατέληγε σε δύο φούντες και οι παλιές Λιαπαδίτσες, ετυλίγανε τα μαλλιά τους.
Μερμηγκιά (η), η κρεατοελιά, η βερβερίτσα.
Μερμηγκιάζω (ρήμα), απαντάται σε τρίτο πρόσωπο, “… εμερμήγκιασε το ποδάρι μου”.
Μερμήγκοι (οι), τα μερμήγκια.
Μερτικό (το), το μερίδιο.
Μεσινέζα (η), η πετονιά.
Μεσορόκετο (το), το μισοφόρι.
Μεταλαβιά (η), η ιερά μετάληψη, η θεία κοινωνία. 
Μετανίζω (ρήμα), κάνω μετάνοιες από ύπνο.
Μετζάδο (το), το σπίτι, “… ώρα να πάμε στο μετζάδο μας”.
Μέτζιμιας (επίρ), με τη μία φορά, μία και καλή.
Μετζίνα (η), η βενζίνη | το καΐκι που κινείται με βενζίνη.
Μετζοσιόλα, η μισή σόλα.
Μέτρης (ο), ένα τυποποιημένο μέτρο συγκεκριμένης απόστασης.
Μέψη (η), η μομφή, η κατηγόρια.
Μήκιος (ο), ο Μιχάλης.
Μηλοβαγιά (η), το φασκόμηλο. Στα Λεύκη τηνε λένε μηλασφάκι και τσου Παξούς χαμαστακίδι.
Μήλω (η), η Αιμιλία.
Μηνάω (ρήμα), στέλνω μήνυμα.
Μηριά (τα), τα μπούτια. 
Μητρικιά (η), η μητρομανής γυναίκα.
Μητσιάλης (ο), ο Δημήτρης.
Μήτσος (ο), ο Δημήτρης.
Μια πάντα κι άλλη (έκφρ), διαμπερές.
Μία ώρα να κάτσει ο ήλιος (έκφρ), μία ώρα μπριχού να δύσει ο ήλιος.
Μία ώρα να φέξει (έκφρ), μία ώρα μπριχού φέξει.
Μίανε (αριθ.επιθ), αιτιατική του αριθμητικού μία, “...έπιε τον καφέ του με τη μίανε”. 
Μιανής (αριθ.επιθ), γενική του αριθμητικού μία, “...τση μιανής τση κρέμεται το γορδόνι”.
Μηρόκολα (τα), οι γλουτοί.
Μιλιόρα (η), η προβατίνα που εγέννησε για πρώτη φορά.
Μισιακό (το), μισό-μισό. Μπορεί νάναι και τριτάρικο, δύο με ένα μερτικά.
Μίσκατο (το), περιπαικτικά το πολύ μιτσό, “… για ιδές πως εμεγάλωσε το μίσκατο”.
Μισκοβολάει (ρήμα), μυρίζει ωραία | μισκοβολία (η), η μοσχοβολιά.
Μίσο σάκια (έκφρ), αν σου αρέσει. 
Μισόλατα (η), η μισή ξέστα.
Μισοπέλαγα (επίρ), στη μέση του πελάου. 
Μισοσάμαρα (έπιρ), αυτός που κάθεται απάνω στη σαμάρα.
Μισοσπορίτσα (η), γιορτάζεται τση 23 Νοεμβρίου, όπου στα παλιά σπίτια ετρώγανε πολυσπόρι, δηλαδή διάφορα όσπρια μαζί.
Μισοστρατίς (επίρ), στα μισά της στράτας.
Μισοφούντι (το), ένας κλώνος ελιάς που πέφτει στο χτήμα του γειτόνου.
Μιχαήλης (ο), ο Μιχάλης.
Μπελαντσάρω (ρήμα), ζυγίζω | μπελάντσα (η), η ζυγαριά.
Μόδι (το), μονάδα μέτρησης. Ένα μόδι, είναι δέκα λάτες στάρι ή γένημα ή φασούλια.
Μολάδο (το), το μαλακό, αυτό που δεν είναι πλέριο.
Μολέρνω (ρήμα), αφήνω, “… το παιδί εμολάρθηκε, προβατεί μοναχό του” |μολαρτός (ο), ο λυτός, ο αφημένος |τηνε μόλαρε (έκφρ), την άφηκε.
Μολογάω (ρήμα), μαρτυράω| μολοίστρης (ο), ο μαρτυριάρης | μολοίστρικο (το), το μαρτυριάρικο.
Μολοχίτενα (η), η γυναίκα από το σόι του Μολοχίτη.
Μομέντο (το), η στιγμή. 
Μομό (το), το τραύμα για τα μιτσά παιδιά.
Μόμολα (η), η μαϊμού. Χρησιμοποιείται και σαν βρισιά, “… είδες τι μούκαμε η μόμολα;”
Μονάλλαο (το), το ρούχο που φοριέται συνέχεια πλύνε βάλε.
Μονάτο (επίθ), σκέτο, “… εσήμερα εφάγαμε μακαροντσίνι μονάτο, χωρίς τσίτσι”.
Μοναχά (έκφρ), μόριο συγκατάβασης,- θάρθετε ορές αύριο στη χώρα;- Μοναχά!
Μόνε μόνε (έκφρ), μεγάλη αντίθεση.
Μόνε, αντιθετικός σύνδεσμος, που ενώνει μία αρνητική και μία θετική δευτερεύουσα πρόταση. Για μεγαλύτερη αντίθεση, λέμε “…μόνε κάνε”.
Μονέδα (η), το χρήμα.
Μονολίθι (το), λουτρουβιό με ένα λιθάρι.
Μονομερίδες (οι), ελέγανε οι παλιοί, ότι ήτανε κάτι φίδια με δύο κεφάλια που δεν υπάρχουνε τώρα, “… οχιές και μονομερίδες να σε φάνε”.
Μονομερνά (επίρ), μέσα σε μία μέρα. 
Μόντες (o), το μέρος που βάνουνε τσι ελιές πριν τσι στείλουνε στο λουτρουβιό.
Μορόζα ή αμορόζα (ος) (επίθ), η γκόμενα, η ερωμένη, ο γκόμενος ή ο ερωμένος αντίστοιχα. Για να ισχύει το επίθετο, πρέπει ο ένας από τσου δύο, να είναι παντρεμένος.
Μοροφίντο (το), το χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια, που παλιά ήτανε πύργος από καλάμια καρφωμένα και μπουκαρισμένα.
Μόρσα (η) η μέγγενη.
Μόσκεμα (επίρ), ογρός, βρεμένος,“... όσο νάρθω από το φόρο, εγίνηκα μόσκεμα”. |μοσκεμένος (ο), ο ογρός.
Μοσκέρα (η), ένα ξύλινο τελάρο με δίχτυ εξωτερικά, που εβάνανε τα φαγητά ετότες που δεν είχανε ψυγεία.
Μοσκιός (ο) ή μουσκιός (ο), μία ποικιλία χταποδιού.
Μοστράρω (ρήμα), κάνω μόστρα, επιδεικνύω με υπερηφάνεια | μόστρα (η), η βιτρίνα, η έκθεση.
Μοσχολάχανα (τα), λάχανα με ωραία μυρωδιά, που μοσχοβαλάει όλο το σπίτι. Σε άλλα μέρη τα λένε καφκαλήθρες.
Μότα (η), η μίμηση, η κοροϊδία.
Μου κάζεται (ρήμα), νομίζω.
Μου φέρνει (ρήμα), μου μοιάζει.
Μουγκρί (το), το ψάρι γρόγκος.
Μούδα (η), η σειρά, “…άργησες κι' έχασες τη μούδα σου”.
Μουζέτο (το), το κουκουγερόσουπο, η μάσκα.
Μουζικάντης ή μουζικάντες (ο),  ο μουσικός, αυτός που παίζει ένα μουσικό  όργανο.
Μουζίνα (η), η αποταμίευση σε κουμπαρά.
Μούκαμε τάντερα κουλούρα (έκφρ), ανακατώνεται  το στομάχι μου.
Μούλος (ο), ο νόθος | μούλικο (το), το εξώγαμο | μούλοι (οι), τα νέα φύτρα τσι κλαδιές του αμπελιού, που τα βγάνουνε για να μη μυζάνε το κλήμα | μουλαρία (η), τα … παλιόπαιδα, μτφ. τα παιδιά, οι έφηβοι.
Μουμούδια (τα), τα έντομα που πιένουνε οι μανέστρες και τα όσπρια.
Μούντρουνας (ο), φυτό με πολλά αγκάθια, που όποιος τ’ ακουμπήσει, γιομίζει βορδόνους.
Μούντωσε (ρήμα), έγινε μουντάδα, σκοτείνιασε, “… εσήμερα είναι  μουντόμερα”.
Μουράγιο (το), το πεζούλι. Στα μουράγια εβάνανε παλιά, γιαλιά τσακισμένα, για να μην μπένουνε οι κλέφτες.
Μούργα (η), στο λουτρουβιό, τα νερά που είναι κάτω από το λάδι. Τα υγρά απόβλητα του λουτρουβιού.
Μουρδούλης (o), αυτός που είναι μούρδουλος, ο ακατάστατος.
Μουριόνια (τα), δύο πέτρες, που ήτανε απ’ οξω από τσι φανέστρες και ακουμπούσανε τάβλες για να ξεράνουνε ντομάτες του ήλιου ή για να βάλουνε πιτέρια με λουλούδια.
Μούρος (ο), η νεοφυτεμένη ελιά.
Μουσαριόλι (το), το φίμουτρο που βάνουνε τσου σκύλωνες.
Μουσελένιο (επίρ), καμωμένο από μουσελίνα.
Μούσκουλα (τα), οι ανθρώπινοι μυες.
Μουσμούνια (τα), ψάρια, οι μικροί μπαλάδες.
Μουσουλιά (η), το άνοιγμα στο ανδρικό παντελόνι, για να κάνουνε τη σωματική ανάγκη. Στα Γύρου τηνε λένε μπουρθήκα και τσου Παξούς ρεπάλτα.
Μουστίτσα (η), έντομο που πάει στο κρασί.
Μουστώνω (ρήμα), γλυκαίνομαι σε κάτι, “… αυτό το παιδί εμούστωσε, και δεν ξεκολλάει άλλο”.
Μουτεύω (ρήμα), μαδάω, “… εσήμερα εμουτέψαμε τσι ελιές| μούτεμα (το), το μάδημα | μουτευτές (οι), οι μαδημένες | αυτοί που μουτεύουνε τσι ελιές.
Μουτζούρι, (το), μονάδα μέτρησης του κλαριού και του καρπού τση ελιάς. Δώδεκα μουτζούρια, είναι μία αλεσιά κλαρί ή μία αλεσιά καρπός. Αν οι ελιές είναι περιποιημένες, η μία αλεσιά κλαρί, βγάνει μιάμισι αλεσιά καρπό. Το μουντζούρι, για τσου παχτονάρηδες,
λέγεται και μόδι. Το μουντζούρι έχει τέσσερα καταριόλια. Ένα μουντζούρι = 1 ξέστα = 16 κιλά = 35,27 λίμπρες. 
Μουτρίζω (ρήμα), κάνω απόπειρα | μουτριά (η) η αποκοτιά.
Μούτσος (o), το μικρό παιδί, | μουτσαρία (η), τα πολλά παιδιά μαζί | μουτσαρέλι (το), το μιτσό παιδί (μτφ), το άμυαλο..
Μουχλίλιας (επίρ), η μυρωδιά τση μούχλας.
Μοχτερό (το), ο χοίρος, το γρούνι.
Μπαγαπόντος ή μπαγαπόντης (ο), αυτός που εξαπατάει άλλους |μπαγαποντιά (η), η απάτη.
Μπάγια (η), η κοροϊδία, “… έτσι τόπαμε τση μπάγιας” | Μπάγια (η),  η Βαυαρία για όσους εκάμανε στη Γερμανία.
Μπαγιόκο (το), τα λιανά, τα ψιλά κέρματα.
Μπαγκέτο (το), το συρτάρι στα παλιά μαγαζιά, όπου εβάνανε τα λεφτά, κάτι σαν το συρτάρι τση σημερινής ταμειακής μηχανής.
Μπάγκος (ο), ξύλινη κατασκευή, όπου εκαθόντανε όλοι κοντά στη στιά | μπαγκουλί (το), ο μιτσός μπάγκος.
Μπαίγνιο (το), ο κουτός, αυτός που είναι πιόνι (παίγνιο) αλλουνώνες.
Μπακαλάρος (ο), ο μπακαλιάρος | μπακαλαρί (το), ο μιτσός μπακαλιάρος.
Μπακίρι (το), ο χαλκός. Σε άλλα μέρη, μπακίρι λένε το πεπόνι.
Μπάλα (η), το χάπι, “...μην αλησμονήσεις να πάρεις τη μπάλα σου” | συνεκδ. το ποδόσφαιρο.
Μπαλαούστρο (το), η κουπαστή, το κατηφορικό στηθαίο.
Μπάλιγα (η), η πολλή δουλειά, “… έπεσε μπάλιγα αυτές τσι μέρες”.
Μπαλντούνι (το), μία πλατιά φασκιά, που στερεώνανε τη σαμάρα, στην ορά του γαϊδάρου.
Μπαλοματάρικο (το), αυτό που έχει μπαλώματα, στίγματα, “… έχει ένα σκύλο μπαλοματάρικο”.
Μπαλόνι (το), το μπαλόνι που φουσκώνει|συνεκδ. το ποδόσφαιρο.
Μπαλοτάρω (ρήμα), κάνω το σανό μπαλότα | μπαλότο (το), συσκευασία σανού.
Μπαλοτίνια (τα), ποικιλία από μπουρνέλες.
Μπαμπάϊ (το), ένα μικρό ζώο, κάτι σα σκούληκας.
Μπαμπακέλα (η), ο χασές, άσπρο μπαμπακερό πανί, που εκάνανε ποκάμισα και άλλα ρούχα | μπαμπακένιο (το), καμωμένο από μπαμπακέλα, από μπαμπάκι, μακό.
Μπάμπαλα (τα), τα διάφορα σκουπίδια.
Μπαμπάουλο (το), ο υποθετικός εχθρός, για να φοβίσουνε τα μιτσά.
Μπαμπουριασμένος (ο), ο καντάδος, αυτός που δείχνει σαν άρρωστος.
Μπαμπότα (η) η μπαρμπαρέλα.
Μπανιερό (το), το μαγιό.
Μπάντα (η), η πλευρά “… ο γάϊδαρος τα γέρνει από τη μία μπάντα”  | μουσικό σύνολο χάλκινων οργάνων.
Μπάους ή μπάουλας (o), ο μπαμπούλας που φοβερίζουν τα μιτσά.
Μπαράκα (η), η παράγκα, πρόχειρη κατασκευή για τα πανηγύρια,“… έκαμε ο Σπύρος μπαράκα στο πανηγύρι και επούλουνε γαζόζες”.
Μπαρμπαρόσταρο (το), το καλαμπόκι, το γέννημα | μπαρμπαροσταριά (η), το φυτό του καλαμποκιού.
Μπαρμπαρέλα (η), ψωμί από καλαμπόκι. Στη χώρα και αλλού, το λένε μπομπότα.
Μπαρμπαρένιο (το), το αλεύρι ή το ψωμί από καλαμπόκι.
Μπαρουτολινιά (η), το φιτίλι του φουρνέλου ή του δυναμίτη. Η “βραδύκαυστος άφτρα” που ελέγανε στο στρατό.
Μπαρουτόσκαγα (τα), μπαρούτι και σκάγια ανακατωμένα.
Μπαρτζολέτες (οι), ράτσα από κοντόσωμες κότες | μπαρτζολετιά (τα), τα αυγά από τσι μπαρτζολέτες.
Μπάσματα (τα), η είσοδος του Αγίου Σπυρίδωνα από τη θύρα, στην κάσα του.
Μπαστούνια (τα), είδος ψωμιού. Τα ψωμιά εγενόντανε μπαστούνια, λεφτές, ή κουτούπες (στρογγυλά καρβέλια).
Μπατάρω (ρήμα), υπολογίζω,|τα γέρνω, βουλιάζω με τη βάρκα.
Μπατζαριό (το), ηπειρώτικη λέξη που σημαίνει τυροκομείο.
Μπάτιενα (η), η γυναίκα από το σόι του Μπάτιου.
Μπατσάρομαι (ρήμα), είμαι ικανός, τα καταφέρνω.
Μπαχαλιά ή αμπαχαλιά (η), η ποσότητα χόρτου που χωράει στην αμασχάλη.
Μπεβάντα ή μεβάντα (η), το νερωμένο κρασί. Συνήθως ανακατώνουνε ξυνό κρασί με νερό. 
Μπεκανότο (το), το χαρτονόμισμα. Πιθανόν να προέρχεται από το αγγλικό banknote.
Μπεκογιάννης (ο), ένα πουλί που τρώει τσου οστριούς. Απ’ όταν οι κυνηγοί και τα φυτοφάρμακα εξεκάμανε τσου μπεκογιάννηδες, οι οστριοί επληθύνανε.
Μπέλα (η) μτφ. το αρνί|μπέλα μπέλα (έκφρ), η όμορφη.  
Μπελβεντέρε, το δωμάτιο τση σοφίτας|μτφ η θέα. 
Μπεμπέλι (το), το κυπαρισσόμηλο.
Μπεμπές (o), ένα πλαστικό χρωματιστό τσιμπιδάκι, που εβάνανε οι κοπέλες στα μαλλιά τους. Οι πιο φτωχές, επαίρνανε μοναχά τσιμπίδια.
Μπερμπελινό (επίθ), το μπιρμπιλωτό, αυτό που έχει ποικιλία χρωμάτων.
Μπερτουέλες (οι), οι μεντεσέδες.
Μπετσώνω (ρήμα), επιδιορθώνω | μπέτσωμα (το), η αποκατάσταση βλάβης, η μικροδουλειά, το μερεμέτι|επί ανίατης ασθένειας, το κέρδος χρόνου.
Μπιάνκο (έκφρ), τρόπος μαγειρικής ψαριών, άσπρα με μαύρο πιπέρι.
Μπιγκίχω (η), η γυναίκα από το σόι του Μπιγκιά.
Μπιγκόνενα (η), η γυναίκα από το σόι του Μπιγκόνη
Μπιδήρω (ρήμα),  φταίω και θα τιμωρηθώ για κάτι “... πες την αλήθεια ορέ, γιατί θα μπιδήρεις εσύ”.
Μπίζα (η), το άσθμα, τα ακροαστικά.
Μπίζης (ο), ο αρακάς, το μπιζέλι. 
Μπικερίνι (το), το ποτηράκι. 
Μπιρμπιλωτό  ή μπερμπελινό (επίθ), το πολύχρωμο.
Μπιστιού (επίρ), βερεσέ, επί πιστώσει | αντθ. παγκουί) | μπιστίκι (το), τα δανεικά, αυτά που χρωστάμε.
Μπιτάδο (το), πυκνοφυτεμένο | αντιθ. ανάγλυκο.
Μπλάθρι (το), το έμπλαστρο, το βυζικάντι | μτφ. ό,τι είναι λιωμένο. “… αυτά τα σύκα εγινήκανε  μπλάθρι”.
Μπλακάρω (ρήμα), πιένω επ' αυτοφώρω. 
Μπλατσουρίζω (ρήμα), καταβρέχω με νερό | μπλατσούρισμα (το), το πιτσίλισμα με νερό, μτφ. το βάπτισμα
Μπλιτσούνι (το), σιδερένιο εξάρτημα για το κλείδωμα τση πόρτας. Για να κλείσουμε το πορτόνι, τραβάμε το καντινάτσο και στην τρύπα του περνάμε το μπλιτσούνι, για να μπει απόξω το λουκέτο. Στα Λεύκη και τσου Παξούς, το λένε κιαβέτα.
Μπλόκι (το), η τσιμεντένια βάση, που βάνουμε την ομπρέλα στην παραλία.
Μπλου (το), το λουλάκι.
Μπογαδόρος (ο), ο πρεματσούλης που κουβαλάει την πραμάτεια του σε μπόγο.
Μποδάω (ρήμα), εμποδίζω | μπόδιο (το), το εμπόδιο.
Μποδολόγος (ο), η στριφτή πετσέτα σα στεφάνι, που το βάνανε οι γυναίκες στο κεφάλι, για να ακουμπήσει απάνω στέρεα η λάτα με το νερό. Έτσι επαρανομίζανε τον Κωτσή από τσι Βατονιές.
Μποκές (o), το μάτσο με τα λουλούδια, η ανθοδέσμη, το μπουκέτο.
Μποκολέτες (οι), οι βεργέτες, τα σκουλαρίκια.
Μπόλια (η), άσπρο πανί που βάνουνε ακόμη και σήμερα στο κεφάλι τους, όσες φοράνε χωριάτικα. Αυτό βέβαια σήμερα, γίνεται μοναχά για εμφανίσεις σε παραδοσιακούς χορούς.
Μπολιόνια (τα), δύο πελεκητές πέτρες, στην έξω μεριά τση φανέστρας.
Μπομ πέζο (επίρ), καλά ζυγισμένο.  
Μπομπή (η), η μομφή, η κατηγορία, μτφ. οι κακές πράξεις, “… πάει τώρα να κουπώσει τσι μπομπές του”.
Μπόμπο (το), το φρούτο για τα μιτσά παιδιά.
Μπομπότα (η), η μπαρμπαρέλα, το καλαμποκένιο ψωμί.
Μπόμπολας (o), το σαλιγκάρι.
Μπομπόλι (το), το σπυρί σε διάφορους καρπούς, (ελιές, γέννημα, όσπρια).
Μπόμπος (ο), δίκυκλο μηχανάκι με τσι μιτσές ρόδες.
Μπορντέλο (το), το μπουρδέλο.
Μπότα (η), είδος παπουτσιού | σε τραύμα, η ουλή.
Μπότζι (το), το κούνημα τση θάλασσας.
Μπότζος (o), η βεράντα | μποτζί (το), ο μικρός μπότζος. 
Μποτήρι (το), το πήλινο σταμνί με χερούλια. 
Μπότης (ο), ένα πήλινο δοχείο με δύο χέρια, που χωράει όσο μία πετρόλατα|μποτήρι (το), πήλινο αγγιό με δύο χερούλια, που χωράει μισή ξέστα.
Μποτιλιάδο (επίθ), βαλημένο σε μποτίλιες, εμφιαλωμένο.
Μποτιλιόνι (το), ένα γιάλινο μπουκάλι, μιτσό του 1½ λίτρου, και μεγάλο των δύο λίτρων.
Μποτιστήρας (o), το ποτιστήρι. Πλαστικό ή λάτινο δοχείο, για να ποτίζουμε τσι βάσκες ή τα λακκούδια με τα λαχανικά. Όταν μπει το καλουπάκι, το νερό βγαίνει σα βροχή.
Μπότο (το), το 25άκιλο κουτί, που βάνουνε τα χρώματα οι ναυτικοί.
Μπότσα (η), η μεγάλη νταμιζάνα | μποτσί (το), η μιτσή μποτίλια | μποτσοπούλα (η), η μικρή μπότσα | μποτσόνι (το), το μπουκάλι..
Μπου (το), το νερό για τα μιτσά παιδιά. 
Μπουγέλο (ο), ο σίκλος, ο κουβάς. 
Μπουγιάρω (ρήμα), βάνω να πάρει βράση | μπούγιο ή μπουγιάρισμα (το), το βράσιμο του νερού, | μτφ. ο όγκος, το πλήθος.
Μπούγκος (ο), το μεγάλο μπουγκί, ο λεφτάς.
Μπουέτα (η), το καμίνι που βγάνουνε κάρβουνα.
Μπούζος (ο), η τρύπα που βγένουνε τα νερά. Από ’κεί βγαίνει και ο γάτος.
Μπουζουνάρα (η), η τσέπη.
Μπουκαλέτο (το), η καράφα, ο μαστραπάς.
Μπουκαλίνα (η), η μεγάλη γιάλινη καράφα.
Μπουκάρω (ρήμα), σοβαντίζω|μπουκάρισμα (το), το σοβάντισμα.
Μπούκιου-μπούκιου (έκφρ), όπως και το κούτρι-κούτρι, παναπεί δεν ξέρεις τι λες.
Μπουκουβάλα (η), το ψωμί βουτημένο στο λάδι. Αν είναι λάδι νιό και από το κατωλάβρι, τόσο το καλύτερο.
Μπουκούνι ή μπουτσούνι (το), το μιτσό κομμάτι. Χρησιμοποιείται για το ψωμί ή για φαγητά | εγινήκανε του μπουκουνιού (έκφρ), ετσακωθήκανε.
Μπουλετί (το), ένα φάκελο, που χωράει μέσα μία δόση.
Μπουλντούμια (τα), λουκάνικα γιομισμένα με αίμα χοίρου, που τα πουλούσανε ψημένα στην Πίνια, τη δεκαετία του ’50.
Μπουλουκάρης (ο), ο επικεφαλής του μπουλουκιού.
Μπουμπούκι (το), το σπειρί στο δέρμα | το μπουμπούκι του λουλουδιού.
Μπούμπουλας (ο), ένα μεγάλο μαύρο ζωύφιο, το σκαθάρι | μπουμπούλι (το), μτφ. τα νεύρα, η οξυθυμία, 
Μπούνια (τα), ναυτ. οι αγωγοί περισυλλογής νερών στο καράβι.
Μπουντουγάλος (ο), ο κουβαρντάς.
Μπουρδά (επίρ), σαρδάμ, “… τούρθε κόλπος και τώρα μιλάει μπουρδά”.
Μπουρδέτο (το) ή μπουρδετάδα (η), παραδοσιακό φαγητό, με πολύ κοκκινοπίπερο. Συνηθίζεται με ψάρια σκορπιούς. Οι μαύροι σκορπιοί είναι καλύτεροι.
Μπουρίκι (το), το μπρίκι.
Μπουρίτσενα (η), η γυναίκα από το σόι του Μπουρίτση.
Μπούρμπουλας (o), το βράσιμο του νερού στην κατσαρόλα|μτφ. λέμε  “… πάω να πάρω ένα μπούρμπουλα”, να κοιμηθώ λίγο…
Μπουρνέλες (οι),  τα κορόμηλα, αλλού τα λένε και βανίλιες.
Μπούρσα (η), η τσέπη.
Μπούσι ή πούσι (το), η ομίχλη, η καμπούλα.
Μπουστίνα (η), το σουτιέν.
Μπουτάρω (ρήμα), βυθίζω κάποιον μέσα στη θάλασσα|μπουτιά (η), η βουτιά.
Μπουτελί (το), το μαγαζί στη χώρα, που περιλαβαίνει τα μπιτόνια ή τα καρατέλα με το λάδι | μπουτελάντης (ο), ο ιδιοκτήτης που έχει το μπουτελί.
Μπουτούνι (το), ένα κομματσούλι από σκατσούνι, που το βάνανε στα μπροστογεμή ντουφέκια, ανάμεσα στο μπαρούτι και τα σκάγια.
Μπουτσούνι ή μπουκούνι (το), το μιτσό κομμάτι.
Μποχός (o), η σκόνη.
Μπράνκες (οι), οι μιτσές ποντίνες.
Μπρι ή μπριχού (επιρ), πριν, πρωτύτερα.
Μπρίσκουλα (η), παιχνίδι τση τράπουλας.
Μπριτσικλέτα (η), το μοτοποδήλατο, η μοτοσικλέτα.
Μπρογιάρω (ρήμα), κοροϊδεύω κάποιονε, κουγενάρω | μπρόγιο (το), η κοροϊδία.
Μπροστάντζα (η), η προκαταβολή.
Μπροστομούνα (η), η ποδιά που δένουνε οι γυναίκες στη μέση τους.
Μπροστούρι (το), το άσπρο πανί  που βάνουνε οι γυναίκες μπροστά στο στήθος και δένεται με γαϊτάνι στη μέση.
Μπρούσκο (επίθ), το αψιό κρασί που στιφίζει στον ουρανίσκο.
Μυζάω (ρήμα), ρουφάω|μυζήτας (ο), αυτός που ρουφάει. 
Μυκάνοι (οι), τα μανιτάρια. Υπάρχουνε στο βουνί χτενίτες, στεφανίτες, κουκουμάρια, αλιπουδιές, κοπρίτες, γαλατσίτες, και άλλων λογιών, που οι παλαιότεροι τσου μαζώνανε και τσου τρώανε. Μετά φόβου Θεού, καμπόσοι τσου τρώνε και τώρα.
Μυλωνάδες (οι), κάτι έντομα που παλαιότερα επηγαίνανε τσι σουκιές. Τσου λένε έτσι, γιατί είναι σα να τσου πίτιζες με αλεύρι.
Μυστάζω (ρήμα), νυστάζω, θέλω να κοιμηθώ|μύστα (η), η νύστα, η επιθυμία για ύπνο. 
Μύτος (ο), (επίρ), λίγο, μία μύτη, “… στον καφέ μου, βάλε ένα μύτο ζάχαρη”.
Μωρόβραση (η), η πολλή ζέστα.



ΝΙ
Να κολλάει γάϊδαρος (έκφρ), “ ...έφαγα ένα πιάτο που εκόλλουνε γάϊδαρος”. Παλιά οι αγροτικοί δρόμοι ήτανε στενοί, με …κακά πατήματα, όπως στον Μπαλιόμυλο και στο Απανωλίβαδο, όπου συχνά εκολούσανε οι γαϊδάροι. Όταν εκόλλουνε ένας γάϊδαρος, ερχόντανε ανθρώποι με φουρκάτες, τσι βάνανε κάτω από την κοιλιά του γαϊδάρου και τον ασκώνανε.
Να ακούγεται η σκορδαλιά (έκφρ), να καίει πολύ.
Να ορέ νά (έκφρ), επιφώνημα προτροπής σε βόϊδι.
Νάσος (ο), ο Αθανάσης.
Νάσω (η), η Αθανασία.
Νεγότσιο (το), το μαγαζί. 
Νεκρομάρα (η), η απόλυτη ησυχία.
Νερατζάνθη (τα), διακοσμητικό στεφάνι γάμου, από άνθη νερατζιάς. Διαφέρει από το φιόρι
Νεράντζια (τα), τα πορτοκάλια.
Νερατζοσαλάτα (η), μετά από φαί και κρασοποσία, παλιά ετρώγανε νερατζοσαλάτα. Επαστρεύανε τα νεράτζια, τα κόβγανε ροδέλες και τα βάνανε σ’ ένα πιάτο. Ερίχνανε πολύ κόκκινο πιπέρι, αλάτι χοντρό και λάδι.
Νερόζουπα (η), ψωμί μοσκεμένο σε νερό, με λίγο αλάτι, μία λιπίδα λάδι και τότση ρίγανη. Τηνε λένε και ριγανάτα. Αλλού τηνε λένε νερολαδιά. 
Νεροκονίδες (οι), οι χιονίστρες.
Νεροκράτες (οι), κάτι αγκαθωτοί θάμνοι, που χρησιμοποιούνται για διακοσμητικά.
Νερομπλούτσι (το), το πολύ αραιωμένο με νερό.
Νερόμπομπες (οι), το μπουγέλωμα που κάνουν οι μαθητές στη λήξη του σχολικού έτους.
Νεσπολιά (η), η μουσμουλιά | νέσπολες (οι), τα μούσμουλα. 
Νετέρνω (ρήμα), τελειώνω. 
Νευρικιάζω (ρήμα), με πιένει νευρική.
Νιάζει (ρήμα), κλαίει το μιτσό, νιαουρίζει το γατί.
Νιάκαρα (η), η σάλπιγγα, η αποκριάτικη σουρήχτρα.
Νιάνιαρες (οι), τα σκέρτσα, “… κάνει νιάνιαρες για να τονε προσέξουμε”.
Νιάκου (έκφρ), όχι.
Νιασμός (έκφρ), όταν ο άλλος  λέει ναι, του λένε … νιασμός, άμα λέει όχι, του λένε … οχιές.
Νιατό (το), το όργωμα που γένεται την άνοιξη, από ασβόλους ή κουλούμια.
Νιβέλο ή νουβέλο (το), το αλφάδι.
Νίβομαι (ρήμα), πλένομαι | νίψιμο (το), το πλύσιμο του προσώπου.
Νικάω (ρήμα), νικώ.
Νιό (το), το νέο, το φρέσκο λάδι | τοποθεσία στο χωριό.
Νιοβδόμαδο (το), η πρώτη βδομάδα μετά το Πάσχα, Εννιά Δευτέρα, Εννιά Τρίτη … έως Εννιά Παρασκευή.
Νιοράντες (o), ο επιδειξιομανής, αυτός που κάνει πως τα ξέρει όλα | νιοραντιά (η), η επιδειξιομανία. 
Νιόρογκο (το), το νέο φυτό, το τρυφερό, το κουλουκάδι, αυτό που βγήκε πρόσφατα.
Νιτερέσο (το), το ενδιαφέρον, λέγεται και ιντερέσο.
Νιτσεράδα (η), το κίτρινο ή πράσινο πλαστικό αδιάβροχο των ναυτικών.
Νογάω (ρήμα), εννοώ, καταλαβαίνω.
Νοδάρος (o), ο συμβολαιογράφος.
Νοικιακό (το), το ενοικιασμένο.
Νόνα (η), η γιαγιά, βλ. καλή.
Νότα (η), εκτός από το μουσικό σύμβολο, ένα στρατσόχαρτο που εγράφανε παλιά, τσι παραγγελίες που θα φέρουνε από τη χώρα.
Νότια (η), η υγρασία.
Νουβέλο ή νιβέλο (το), το αλφάδι.
Νούμπουλο (το), παραδοσιακό κερκυραϊκό σαλάμι, πρώτης ποιότητας.
Νουμπρέλα (η), η ομπρέλα | νουμπρελάτο (επίρ), σε σχήμα ομπρέλας, “… Σταμάτη, τα δέντρα  θέλω να μου τα κλαδέψεις νουμπρελάτα”.
Νούνος (ο), ο ανάδοχος.
Νοχαΐτης (ο), ένα διακοσμητικό γείσο, κάτω από τα κεραμίδια
Ντα πέτο (επίρ), κατάκαρδα.
Νταβάς (o), η κατσαρόλα.
Ντανιόβο (επίθ), καινούριο.
Νταντά (επίρ), απειλή σε μιτσό, ότι θα τσι φάει | η παραμάνα.
Ντάντα (η), η Αλεξάνδρα. Μερικές φορές τηνε λένε και Τσάντα
Νταντάης (o), το πειραχτήρι. Λένε πολλοί τη φράση “… ο νταντάης τση Χριστίνας”, αλλά δεν εμάθαμε ποτέ ποιανής Χριστίνας είναι.
Νταρώνω (ρήμα), σταματένω, “… ντάρωσε ορή το γάϊδαρό μου που μούφυγε”,
Ντάσης (ο), το ασερνικό πρόβατο, το κριάρι.
Ντέδω (επιφ), επιφώνημα προτροπής σε άλογο.
Ντέει (έκφρ), μόριο προτροπής, έλα | ντέϊτε, ελάτε.
Ντελίριο (το), το παραλήρημα.
Ντελίχω (η), η γυναίκα από το σόι του Ντελή.
Ντένω (ρήμα), μπλέκομαι, σκαλώνω, “...έντεσε η καθητή μου στο γούλο”.
Ντεμέλα (η), η μαξιλαροθήκη.
Ντεμπάντο (επίρ), εμείναμε με άδεια χέρια, “… τα δώκαμε όλα και εμείναμε ντεμπάντο”.
Ντεντελάω (ρήμα), τα γέρνω, δεν προβατώ ίσια, πάω σα μεθυσμένος.
Ντινέρι (το), το καρώ τση βενετσιάνικης τράπουλας.
Ντοπιολαλιά (η), η τοπική διάλεκτος.
Ντοτόρος (ο), ο γιατρός.
Ντούβλης (o), ο κούτιακας | το μιτσό που είναι και κουτό.
Ντουρά, (επίρ), δυνατά, από το ιταλικό duro, που σημαίνει δυνατό.
Ντουφεκάω (ρήμα), βαρώ ντουφεκιές.
Ντράπου-Ντράπου (έκφρ), από ντροπή σε ντροπή, “… ντράπου-ντράπου, εμείναμε νηστικοί”.
Ντρίλι (το), ένα φτηνό πανί.
Ντροπιάρης (ο), αυτός που ντρέπεται.
Ντροπιές (οι), τα βρωμόλογα.
Νυχάκι (το), ποικιλία σταφυλιού και ρυζιού.

ΞΙ  

Ξέπλυμα (επίρ), πολύ αραιωμένο.

Ξάγναντο (το), μέρος με θέα.

Ξαδρέφια (τα), τα ξαδέλφια | ξαδρεφοσύνη (η), η συγγένεια ανάμεσα σε ξαδέλφια.

Ξάϊ (το), η αμοιβή του λουτρουβιού, τα αλεστικά δικαιώματα.
Ξαλλάζω (ρήμα), αλλάζω ρούχα.
Ξαλιστράω (ρήμα), γλιστράω, “... η μάνα μου κι' η μάνα σου επαίζανε τσου γούλους, κι' η μάνα σου εξαλίστρησε κι΄έπεσε τσου κουτσούλους” | ξαλίστρημα (το), η ξαλιστρισιά, το γλίστρημα, “... εξαλίστρουνε κάθε μομέντο”. 
Ξαλίστρες (οι), οι γλίστρες που κατιβάζουνε τσι βάρκες στη θάλασσα.
Ξαμπελίτας (ο), ο ανεπιθύμητος, αυτός που τον εδιώξανε έξω από τα αμπέλια. 
Ξανάριωμα (το), η εργασία που κάνουμε και αραιώνουμε τα φυτά σε ένα χωράφι | αντιθ. μπιτάδο. 
Ξαναφαίνω (ρήμα), αρχίζω να γίνομαι ορατός | ξανάφαμα (το), η εμφάνιση, μόλις εφάνηκε, “... στο ξανάφαμα τσου είδαμε να κατιβαίνουνε”. 
Ξάσιμο (το), το ξάνοιγμα του μαλλιού. 
Ξατρέχω (ρήμα), κυνηγάω | ξατρεχατά (τα), παιδικό παιγνίδι | ξατρεχαρίκι (το), το συνεχές τρέξιμο. 
Ξιώ (ρήμα), ξύνω. 
Ξεβουτυρωμένο ή ξεβουτυριασμένο (το), το γάλα που του αφαιρέθηκε το βούτυρο, “… αυτό το τυρί είναι ξεβουτυριασμένο”.
Ξεγένομαι (ρήμα), ξεποχτίζομαι, μου βγαίνει η πίστη.
Ξεδειλιάζω (ρήμα), κάθομαι να πάρω μία ανάσα | μτφ. τρώγω κάτι ελαφρύ.
Ξεζέφω (ρήμα), βγάνω τα ζώα από το ζυγό.
Ξεθάφτω (ρήμα), ξεθάβω | (αντθ). θάφτω. 
Ξεθεμελιώνω (ρήμα), βγάνω απ' τα θεμέλια.
Ξεθηλικώνω (ρήμα), βγάνω τα θηλίκια.
Ξεθυμαίνω (ρήμα), βγάνω το θυμό μου.
Ξεκάνω (ρήμα), εξολοθρεύω, χαλάω κάτι, “… τον εξέκανες ορή”
Ξεκοπή (η), τρόπος αμοιβής χωρίς τιμολόγιο.
Ξεκορμίσου κι’ έλα (έκφρ), τσακίσου γλήγορα. 
Ξεκουπώνω (ρήμα), βγάνω το κούπωμα.
Ξεκουτιένομαι (ρήμα παθ), τα χάνω λίγο λίγο,“...συμπεριφέρομαι σαν κουτός” 
|ξεκούτης (ο), ο κούτιακας. 
Ξελογκιάζω (ρήμα), βγάνω τα δέντρα του λόγκου, για να δημιουργήσω χωράφι. 
Ξελυτρώνω (ρήμα), τελειώνω, “… αφήτε τα να ξελυτρώνουμε”. 
Ξελωλώνω (ρήμα),τάχω χαμένα |ξελολωμένος (ο), αυτός που είναι σαστισμένος. 
Ξεμαγειρεύω (ρήμα), βγάνω να φάμετε | στη νότια Κέρκυρα λένε “… θα κενώσουμε”. 
Ξεματώνωμαι (ρήμα παθ,), κάνω μία αμυχή και βγαίνει αίμα | “...εξεμάτωσε το μπουμπούκι μου¨. 
Ξεμεσκλίζω (ρήμα), κόβω κάτι τραβητά, το κόβω με ακατάλληλο εργαλείο ή με τα χέρια. 
Ξεμετράω (ρήμα), μετράω την οξύτητα στο λάδι ή στο κρασί | ξεμέτρημα (το), η οξυμέτρηση στο λάδι ή στο κρασί. 
Ξεμολογιόμαι (ρήμα), εξομολογούμαι | ξεμολόημα (το), η εξομολόγηση.
Ξεμουτρίζω (ρήμα), βγάνω το μούτρο μου να δώ | ξεμούτρισμα (το), το ξανάφαμα.. 
Ξεμπαγκίζω (ρήμα), παίρνω όλα τα λεφτά τση μπάνκας | ξεμπαγκίστηκα (ρήμα), έχασα όλα μου τα λεφτά.
Ξενηστικώνω (ρήμα), αρχίνησα να πεινάω. 
Ξενοθήλια (τα), τα τσαρούχια με τη φούντα. 
Ξένω (ρήμα), ξιω το μαλλί και το κάνω τουλούπα για τη ρόκα. 
Ξεπαίρνω (ρήμα), αναγνωρίζω | μαθαίνω, “… μαθαίνουνε το μούτσο ιταλικά, μα δεν τα ξεπαίρνει”.
Ξεπαστρεύω (ρήμα), καταστρέφω ολοσχερώς. 
Ξεπετσιάζω (ρήμα), βγάνω τα πετσιά. 
Ξεπλερώνω (ρήμα), εξοφλώ. 
Ξεπνεμένος (ο), ο χωρίς πνοή. 
Ξεπορίζω (ρήμα), βγάνω τσου σπόρους από το γένημα | μτφ, εξεπόρισε η μύτη του. 
Ξεποχτίζω (ρήμα), εξολοθρεύω, καταστρέφω ολοσχερώς | ξεποχτίζομαι (ρήμα), δεν έχω άλλες δυνάμεις. 
Ξεραγκάδα (η), το ξερόκλαρο. 
Ξεραίνω (ρήμα), ξηραίνω. 
Ξέρανε (ρήμα), ηξέρανε, γνωρίζανε.
Ξερενομάστενε (ρήμα), γνωριζομάστενε. 
Ξερικές (επίθ) (οι), οι πατάτες που δεν ποτίζονται, αλλά περιμένουν το νερό τση βροχής | αντθ. ποτιστικές. 
Ξερικό (το), το πηγάδι που δεν έχει υδάτινες πηγές | αντθ. βρυσικό
Ξερνάω (ρήμα), κάνω εμετό | ξερατά (τα), ο εμετός, τα λένε και κουλούκια.
Ξερολιθιά (η), το χτίσιμο ενός πύργου, χωρίς μάλτα, με σκέτη λιθιά. 
Ξερομασάω (ρήμα), τρώγω φαί που δεν είναι λιπαρό | το μασάω πολιώρα, γιατί είναι σκληρό ή άβραστο. 
Ξεροτύρι (το), το σκληρό τυρί, το κεφαλοτύρι. 
Ξεσκαλώνω (ρήμα), κατιβάζω κάτι που εσκάλωσε. 
Ξεσκεπαίνω (ρήμα), ξεσκεπάζω κάποιονε, του τραβάω τσι κουβέρτες, “... ξεσκέπασε τσι γλάστρες από τα νάϊλα”. 
Ξεσκολίζομαι (ρήμα), βγάνω το σκολειό |ξεσκολισμένος (ο), αυτός που έβγαλε το σκολειό (το δημοτικό) | αντθ. αξεσκόλιστος.  
Ξέσκορτσο (το), το υπόλοιπο του ξύλου που μένει, όταν κόβουμε τάβλες, το ρετάλι που δε βγάνει τάβλα αλάκερη. 
Ξεσκοτάω (ρήμα), ξεσκοτίζω.
Ξεσπουρδίζω (ρήμα), βγαίνω από τη φωλιά μου, “...εξεσπούρδισε το μιτσό, επήρε τ΄απάνω του.
Ξέστα (η), μονάδα μέτρησης υγρών. Μία ξέστα χωράει όσο μία πετρόλατα, δηλαδή 16,6 λίτρα | ξεστί (το), το ¼ τση λάτας. 
Ξεστελιώνω (ρήμα), απαντάται μόνο στην ενεργητική φωνή, “… εξεστελιώθηκε η δίκοπη”. 
Ξεστραπόντο (το), το ξέφωτο.
Ξεστρίφω (ρήμα), ξεβιδώνω. 
Ξεσυνερίζομαι  (ρήμα), εκφράζω αντίθετη άποψη | ξεσυνέριο (το), έκφραση διαφωνίας. 
Ξεσφαλίζω (ρήμα), δουλεύω ένα αγρίωμα | ξεσφάλι (το), κάνω το χωράφι ασβώλους. 
Ξετιμάω (ρήμα), κάνω τον εκτιμητή, εκτιμάω, “... εξετιμήσανε τσι ελιές και τσι βρήκανε είκοσι μουντζούρια, εξετιμήσανε και το χωράφι και ήτανε δώδεκα τσαπιώνες”. 
Ξετορκώνω (ρήμα), βγάνω τσου τορκούς. 
Ξετροχαλιάζω (ρήμα), χαλάω τον τράχηλα του πηγαδιού. 
Ξετρυπώνω (ρήμα), βγάνω κάτι από την τρύπα του. 
Ξεφλαστρώνω (ρήμα), βγάνω νέα βλαστάρια | ξεφλάστρωσε (ρήμα), εφύτρωσε. 
Ξεφλιστός (ο), αυτός που εξεφλίστηκε, που του εφύγανε κομμάτια, “… βάλε μας ορέ τρεις κούπες και λίγι μπακαλάρο ξεφλιστόνε”. 
Ξεφούρκι (το), μία απιθαμή τόπος. 
Ξέχασμα (το), η μεγάλη ντροπή, “… αυτό που μούκαμε ο γείτονάς μου, είναι τέλια για ξέχασμα”.
Ξεχυτή (η), ο σκεπασμένος εξώστης,το υπόστεγο. 
Ξεψαρώνω (ρήμα), βγάνω τα ψάρια από τα δίχτυα. 
Ξεψειριάζω (ρήμα), βγάνω τσι ψείρες. 
Ξεψυλλίζω (ρήμα), βγάνω τσου ψύλλους | μτφ. σε τζόγο, τσου παίρνω όλα τα λεφτά. 
Ξιβρακούλι (το), το ξιβράκωτο μωρό. 
Ξιγιάδετος (ο), αυτός που δε φοράει γιακέτα. 
Ξίκιου (επιφ), επιφώνημα προτροπής σε κότες για να φύγουνε | αντιθ. τσούπουλι, για να έρθουνε.
Ξινίλα (η), η αίσθηση τση ξυνίλας | ξυνίλιας (επίρ), μυρίζει ξυνίλα.
Ξίσκεπο (το), το ξεσκέπαστο. 
Ξιφοπαράγαδα (τα), τα παραγάδια για ξιφία.
Ξόδεμα (το), η κατανάλωση χρημάτων, “...σταματήστε το ξόδεμα, βάλτε στην άκρη για την κακή την ώρα”.
Ξόδι (το), η νεκρώσιμη πομπή.
Ξομηριάζω (ρήμα), βγάνω τα όμηρα, “… εσήμερα κι αύριο, θα ξομηριάσουμε τσι βάρκες”. 
Ξουρίζομαι (ρήμα), ξυρίζομαι | ξούρισμα (το), το ξύρισμα | ξουρισμένος (ο), ο ξυρισμένος | αντιθ. αξούριγος.
Ξύγκικο (το), μτφ. το ελλιποβαρές.
Ξυλάκια (τα), τα σπίρτα, “... σύρε ορέ να φέρεις μία σκάτουλα ξυλάκια”.
Ξυλιάζω (ρήμα), απαντάται στην παθητική φωνή, “εξυλιάσανε τα χέρια μου από το πολύ κρύο).
Ξυλίζω (ρήμα), βαρώ ξυλιές, “...τονε ξύλισε γιατί του αντιμίλησε”.
Ξυλόκοτα (η), η μπεκάτσα.
Ξυλοκρέβατο (το), μία ξύλινη κατασκευή αντίς για κάσα, όπου επάιρνανε τσου άπορους νεκρούς στην Οδήτρια. 
Ξυλόπροκες (οι), ξύλινες πρόκες που εχρησιμοποιούσανε οι τσαγκάρηδες. 
Ξυλοφάης (ο), ο ξυλοφάγος, η λίμα που τρίβουνε το ξύλο, η ράσπα.
Ξυνάδα (η), η μυρωδιά ξυνίλιας.
Ξυνέλικο (το), το λίγο ξινισμένο. 
Ξυνίλιας (επίρ), μυρίζει ξυνίλας.
Ξυνίτας (ο), το κρασί που επήρε ξυνάδα και καθετί που ξυνίζει. 
Ξυνομεβάντα (η), το αραίωμα ξυνού κρασιού με νερό, για να πιωθεί. 
Ξύπλεκα (τα), τα ξεπλεγμένα μαλλιά, που δεν εγινήκανε κοτσίδες, λυτά μαλλιά. 
Ξυπνοπούλι (το), το άτομο που ξυπνάει αμπονόρα, όπως τα πουλιά. 
Ξυπορίζω (ρήμα), βγάνω τσου σπόρους από το γέννημα | ξυπόρισμα, το βγάλσιμο των σπόρων από το τσόκαλο | μτφ. η αιμοραγία, “... αυτουνού εξυπόρησε η μύτη του”.
Ξύριζα (επίρ), με τσι ρίζες. 
Ξύσκεπο (το), το ξεσκέπαστο, το χωρίς σκέπη. 
Ξυσμάρα (η), η επιθυμία για ξύσιμο. 
Ξυστρί (το), ένα σιδερένια αντικείμενο, που ξιούνε και καθαρίζουνε τα άλογα. 
Ξωθιό (επίρ), απόξω.
Ξώβεργες (οι), κλαδιές ή άλλα κλαριά σα βίτσες, που τα αλοίφουνε κόλλα και αιχμαλωτίζουν γαρδέλια.
Ξώκαρδα (επίρ), λέμε κάτι χωρίς να το πιστεύουμε, “... του λέω μία καλημέρα ξώκαρδα”. 
Ξωκέλα (η), η σκεπαστή βεράντα.
Ξώπολη ), συνοικισμός έξω από την πόλη,
Ξώπετσα (επίρ), έξω από το πετσί, “...έφαε τη σφαίρα ξώπετσα”.
Ξώπαχα (τα), τα πάχεια, “… εφέραμε κάτι πουλιά ξώπαχα”.


ΟΜΙΚΡΟΝ

Όβολα (τα), τα λεφτά, τα χρήματα. 
Οβριακή (η), η συνοικία που ήταν συγκεντρωμένα τα καταστήματα των Εβραίων.
Οβριές (οι), νόστιμο λαχανικό, λιανό σαν το σπαράγκι, που γένονται με πολλούς τρόπους, ψητές στη θερμούτσα ή μαγειρεμένες με πολύ πιπέρι. 
Οβριός (ο), ο Εβραίος | ο μαύρος χινιός που δεν τρώεται.
Ογγιά (η), υποδιαίρεση τση λίτρας. Κάθε λίτρα είχε δεκάξι ογγιές.
Ογδοήντα (αριθμ.), αγδόντα.
Ογνίστρα (η), η γωνιά που ανάβει η στιά.
Ογρός (ο), ο βρεμένος.
Οδήτρια (η), η εκκλησιά τση Παναγίας τση Οδηγήτριας, όπου είναι και το νεκροταφείο του χωριού.
Όθε (επίρ), οπουδήποτε.
Όκια (τα), οι τρύπες στο καράβι, που περνάει η αλυσίδα τση άγκυρας.
Ολικία (η), η ηλικία.
Ομορφάδα (η), η ομορφιά.
Όμπερα (η), ο δημόσιος τσακωμός.
Ομψουδώ (επιφ), επιφώνημα προτροπής σε γάϊδαρο.
Ομψουκεί (επιφ), επιφώνημα προτροπής σε γάϊδαρο.
Ονείρατα (τα), τα όνειρα.
Ονόρε (το), η δημοσιότητα, η φήμη.
Όντο (το), περιπαικτικά η προσωπικότητα, “... για δες όντο που θέλει και παντρειά”.
Όντσολος (ο), ο καντηλανάφτης, ο υπηρέτης τση εκκλησιάς.
Οξωκέλες (οι), οι σκεπαστές εξωτερικές βεράντες.
Όποντες (επίρ), οποτεδήποτε.
Ορά (η), η ουρά των ζώων.
Ορέ, Ορή, Ορές, προσφώνηση στο αρσενικό, στο θυληκό και στον πληθυντικό, “... ορές παιδιά, τι καλά που επεράσαμε στο πανηγύρι”.
Ορέγομαι (ρήμα), γουστάρω | ορεξιά (η), η προτίμηση.
Ορθοκόντι (το), η απότομη ανηφόρα.
Οριά (η), η απόσταση όση είναι ανάμεσα σε δύο χέρια τεντωμένα, “... εδώ τα νερά έχουνε δέκα οριές βάθος”.
Ορμηνεύω (ρήμα), δίνω συμβουλές | ορμήνεια (η), η συμβουλή.
Ορνικός (ο), αυτός που στέκει ήσυχα.
Ορός (ο), το ζουμί που πέφτει, όταν το τυρί είναι φρέσκο στο τσαντήλι.
Όρσε να (έκφρ), έκφραση που συνοδεύεται από μία μουτζωσιά.
Ορτόνα (η), πουλί του βουνού.
Ορφανέλα (η), είδος μάστακα, ακρίδα.
Οσπρίατα (τα), τα όσπρια.
Οστριός (ο), η αλογόμυγα, “... αυτόνε τονε τσίμπησε οστριός”.
Ούε (επιφ), έτσι εφωνάζανε για να γύγουνε οι σπουργίτοι από τα αμπέλια και να μην τρώνε τσι αράτες από τα σταφύλια.
Ουρανία (η), το νταβάνι τση Άγια Αναστασιάς, αλλά και όλων των άλλων εκκλησιών που είναι σε σχήμα Βασιλικής χωρίς τρούλο.
Οφαΐτης (ο), έτσι λένε στη νότια Κέρκυρα το νοχαΐτη.
Οχιές και μονομερίδες (έκφρ), όταν κάποιος λέει όχι, του λένε “... οχιές και μονομερίδες”. Λένε, ότι οι μονομερίδες ήτανε φίδια με δύο κεφάλια που δεν υπάρχουνε πια.
Όχικα (έκφρ), όχι, μόριο άρνησης.
Όχτος (ο), το ανάχωμα, η κατακόρυφη πλευρά μιας σούδας.
Οχτούβρης (ο), ο Οκτώβριος.
Οχτουβρίνι (το), το χρυσάνθεμο.
Οχτρός (ο), ο εχθρός.

ΠΙ 
Παβιόνι (το), το περίπτερο, το stand. 
Παγκαλέτο (το), ένα κεντητό πανί, που το βάνανε στο κρεβάτι, για να μη φαίνεται τι έχει από κάτω. 
Παγκουί (επίρ), πληρωμή με μετρητά.   
Παΐδες (οι), οι παγίδες που στένουνε για καρακάλους και άλλα πουλιά | στη σαμάρα του γαϊδάρου, τα δύο ξύλα που εξέχουνε κατά το κεφάλι του γαϊδάρου.
Παιδόπουλα (τα), η μουτσαρία, “ήρθανε τα παιδόπουλα και είπανε τα κάλαντα”.
Παινάω (ρήμα), παινεύω.   
Παινιώμαι (ρήμα), παινεύομαι | παίνιο (το), ο έπαινος | παίνιες (οι), οι έπαινοι. 
Πακιάδα (η), το στάμπο. 
Πάλε (επίρ), πάλι. 
Πάλιουρας (ο), ένας αγκαθωτός θάμνος | τοποθεσία του χωριού. 
Πάλμες (οι), τα βατραχοπέδιλα.
Παλουκάδα (η), ένα ξύλο με τσίτα, που χρησιμοποιείται για να τσιτάνε τη γης, όταν φυτεύουνε τσου σπόρους.
Παλουκόνομαι (ρήμα παθ), κάθομαι ακίνητος αλούκι (το),το μπαστούνι που έχουνε οι γερόντοι|παλουκιά (η), η βαρισιά με το παλούκι | πάλος (ο), ο πάσσαλος |παλουκώσου (προστ.), κάτσε κάτω.
Πάνα (η), η πέτσα, ο υμένας.
Παναΐα (η), η Παναγία, “...ώ Παναΐα μου, τί επάθαμέτε”.
Παναμάς (ο), είδος καλοκαιρινού καπέλου. 
Πανάμου (επίρ), τάχα.
Παναπεί (άκλ. ρήμα), δηλαδή. 
Παντιέρα (η), η σημαία.
Παντρεύομαι (ρήμα), αρραβωνιάζομαι |παντρειά (η), ο αρραβώνας. Σημ: ο γάμος λέγεται στεφάνωμα. 
Παντροκάτορας (o), ο Παντοκράτορας.  
Παντροκατορέλι (το), η εκκλησιά του Παντροκατόρου τσου Γαρδαλάδες. Αντιδιαστέλλεται με τον Παντροκάτορα τον Υψηλόνε. 
Παντσέτα (η), κομμάτι από τα παΐδια του χοιρινού. 
Πάοι (οι), το χωριό Πάγοι ή Σπάοι. 
Πάος (ο), ο πάγος.
Παούρι (το), το παγούρι.
Πάπα (το), το ψωμί.
Παπαδέλα (η), είδος πουλιού.
Παπαδαριό (το), το ιερατείο.
Παπαδιά (η), τα αστάκι γέννημα που έχει μαύρα μπομπόλια.
Παπαλίνα (η), ο γόνος τση σαρδέλας.
Παπαλόνι (το) (επίρ), το γύρισμα γύρω-γύρω. “... επήγα να στρώσω δύο διχτούλια και εγύριζα παπαλόνι όλη μέρα.
Παπάρα (η), ψωμί μοσκεμένο σε γαβίνι, σε νερό, σε γάλα ή σε σούπα. 
Παπαρδέλα (η), ένα μιτσό σκούρο πουλί | ποικιλία  ιταλικών ζυμαρικών. 
Παπιρέλα (η), μία σχεδία για τη θάλασσα που επλέχτηκε με παπίρι.
Παπίρι (το), το φουσκί, ένα χόρτο που φουσκώνει στο νερό. Μ’αυτό, εκάνανε παπιρέλες (σχεδίες) και κατασάρκι για τσου γαϊδάρους. 
Παπορίσιο (επίρ), αυτό που το πλερώνουμε ακριβό, όπως στο καράβι, που δεν υπάρχουν άλλες επιλογές αγοράς.
Παπουτσοφάωμα (το), το κτύπημα τση φτέρνας από το παπούτσι. 
Πάππους (ο), ο παππούς. 
Παραβάγγαλο (το), η εσωτερική επιφάνεια των μηριών. 
Παραβαγιάδος ή παραγκογιάδος (ο), ο σκουντούφλης. 
Παραβέντο (το), το απάνεμο. 
Παραγώνι (το), το μέρος δίπλα στη στιά. 
Παραδώθε (επίρ), πιο εδώ. 
Παράκλι (το), μία θήκη σαν συρτάρι μέσα στην κασέλα.
Παραμίνα ή τσόμπρα (η), ένα μακριό σίδερο, που ανοίγανε τρύπες για τα φουρνέλλα.
Παραμονάδες (οι), οι παραμονές των γιορτών.
Παραμονεύω (ρήμα), κατασκοπεύω | παραμόνεμα (το), η ενέδρα.
Παρανομίζω (ρήμα), φωνάζω κάποιονε με το παρανόμι του | παρανόμι (το), το προσωνύμιο, το παρατσούκλι.
Παράνω (επίρ), παραπάνω. 
Παραξενάδες (οι), οι παραξενιές. 
Παραπέτο (το), το πεζούλι. 
Παραστράτι (το), μικρό στρατί, που μειώνει την απόσταση σε σχέση με το δημόσιο δρόμο. 
Παραφράγκο (το), το μασπιέ του αυτοκινήτου, που ήτανε σα σκαλοπάτι. Για μικρή απόσταση εκαθόντανε ορθός ένας άνθρωπος.
Παρεδράτσα (η), η γυναίκα από το σόι του Παρέδρου. 
Παρέκει ή παρέκεια (επίρ), παρακεί, πιο ’κεί. 
Παρκάτω (επίρ), παρακάτω.
Παρμάρα (η), η παραλυσία, το τρεμουλιό.
Πάρτη (η), η μερίδα, “... στο τέλος ο καθένας επήρε την πάρτη του”.
Παρτιμέντο (το, ο όροφος.
Παρτσινέβελος (ο), το αφεντικό
Πάρω (η), κύριο όνομα, η Παραδείσω. 
Πασαλάρμα (επίρ), άξια, ικανή, “...αν δεν ήμουνα πασαλάρμα, ή θα μ' είχε ρείξει ο γάϊδαρος”. 
Πασαντέπου (επίρ), για να περνάει η ώρα.
Πασαπρόντο (το), το σουρωτήρι.
Πασάρω (ρήμα), βολεύομαι, “… πασάρεις κι’ έτσι”. 
Παστανάκα (η), το σαλάχι.
Παστέλες (οι), οι ελιές που εζάρωσαν και έπεσαν, ...οι αργατίκισες που εμαζώνανε ελιές, ετρώγανε και καμπόσες”.
Παστιτσάδα (η) ή παστιτσάδο (το), ένα παραδοσιακό φαγητό που γένεται με χοντρή μανέστρα. Είναι καλύτερα με κόκορα ντόπιο, παρά με μοσχάρι.
Παστρεύω (ρήμα), καθαρίζω | πάστρος (ο), το καθάρισμα | παστρεμένες (οι), οι καθαρισμένες, αντθ. απάστρευτες, “...τηγάνισα λίγα πατατιά απάστρευτα”.
Παταούδι (επιθ), πολύ κρύο, πάος.
Πατατί ή πατατίτσι (το), η μιτσή πατάτα. Ένα μιτσό πατατί εβάνανε για σφοντύλι στο αδράχτι τση ρόκας, για να βαραίνει. 
Πατατόνα (η), η γλυκοπατάτα. Τα φύλλα τση πατατόνας, τα μαγειρεύουνε μαζί με βλήτρα και είναι πιο νόστιμα.
Παταώνω (ρήμα), παγώνω | παταούδι (επιθ), πολύ κρύο.
Πάτελα (η), η πεταλίδα.
Πάτερο (το), το νταβανόξυλο. Εκεί εκρεμούσανε κρεμάθες γένημα, κρεμμύδια ή σκόρδα, ή ακόμα και νούμπουλα. Όσοι είχανε… 
Πάτημα (το), η είσοδος που μπαίνουμε στο χτήμα, “… φεύγοντας, μην αλησμονήσεις το πάτημα ανοιχτό”. 
Πάτημα-σύρμα (έκφρ), τρόπος που φτιένουνε το κρασί.
Πατιδούρος (ο), ένα σιδερένιο χέρι που το βαρούσανε στην πόρτα, αντίς για κουδούνι, το ρόπτρο που λέγανε στην καθαρεύουσα.
Πατιμόρο (το), ένα παλιό παιδικό παιχνίδι.
Πατινό (το), το τελευταίο στον πάτο, “το πατινό πηγάδι”. 
Πατιστόκος (ο), ο όμηρος, αυτός που είναι εγκλωβισμένος. 
Πατητούρια (τα), τα σιδερένια μασπιέ στο μηχανάκι, όπου ο οδηγός και ο συνοδηγός πατούνε τα ποδάρια τους.
Πατούμες, (οι), οι πατούσες. 
Πατουμιές (οι), ίχνη από πατήματα. 
Πατούρα (η), αυτό που είναι από κάτω, το υπόστρωμα.
Πατσάδι (το), το μικρό ξύλο για προσάναμα, “... έτο, έμασα ένα γιομαρούλι πατσάδια”.
Πατσώνω (ρήμα), πατζίζω | πάτσα (επίρ), πάτσι.
Πατωσιά (η), εβρήκαμε τον πάτο, “… εκάμαμε πατωσιά στη λαβέτζα”. 
Παυλόσουκα ή παυλούκες (τα), τα φραγκόσυκα. Κυκλοφορεί η άποψη ότι τα φραγκόσυκα άρεσαν στο βασιλιά Παύλο γιαυτό στην Κέρκυρα τα λένε παυλόσουκα.
Παχειός (ο), ο παχύς.
Παχτώνω (ρήμα), υπενοικιάζω, | πάχτο (το), το αντίτιμο τση υπενοικίασης, παχτονιάρης (ο), ο υπενοικιαστής χτημάτων.
Παωσιά (η), η παγωνιά.
Πεβερόνι (το), το πεπερόνι.
Πέδουλας (ο), ένας σκούληκας που βγαίνει στο τυρί. Για να φύγουνε οι πεδούλοι, εβάνανε το τυρί σε μία τάβλα στον ήλιο.
Πεζάτο (το), το βαριούτσικο, αυτό που έχει βάρος.
Πεζούλι (το), το μουράγιο.
Πεθαμός (ο), ο θάνατος.
Πειρεΐτσινο (το), πανί που επουλούσανε οι πρεματσούληδες και εκάνανε οι γυναίκες ροκέτα. Το λέγανε έτσι, γιατί εγενόντουνε στον Πειραιά.
Πειρί (το), το βούλωμα, η τάπα, “… ωρή, ατρέχει το πειρί τση κάρτας, και ρυπίζεται το κρασί”.
Πέκα (η), ο θυμός, το πείσμα | πεκάδος (ο), αυτός που έχει πέκα, που βαστάει το θυμό ή το πείσμα του.
Πέλαο (το), το πέλαγος, “… εφύγανε εδώ και μία ώρα και πάνε στο πέλαο”.
Πελώ (ρήμα), πετάω κάτι στα σκουπίδια ή στο δρόμο.
Πέμπτα (αριθ. επίθ), η πέμπτη κατά σειρά.
Πένητια (η), η φτώχεια.
Πενί (το), η μικρή πένα, αυτή που εχρησιμοποιούσανε παλιά με τα μελανοδοχεία.
Πενιάρω (ρήμα), αγγαζάρω, | πενιάδος (ο), ο αγγαζαρισμένος, “… το αυτοκίνητο αύριο, είναι πενιάδο για τη χώρα”.
Πεντεγούλι (το), τα πεντόβολα, παιδικό παιχνίδι που παίζεται με πέντε γουλιά.
Πεντικολέτα (η), το κουτσομπολιό, “… εβγήκανε στη γειτονιά και αρχινήσανε την πεντικολέτα”.
Πέπενα (η), η γυναίκα από το σόι του Πέπου.
Περγουλιά (η), η κληματαριά, από την ιταλική λέξη pergola.
Περιλαβαίνω (ρήμα), παραλαμβάνω, “… έφερε ο ταχυδρόμος ένα χαρτί και το περίλαβα εγώ”.
Περιπλοκάδι (το), ένα χόρτο που κάνει κάτι λουλούδια σα μιτσές καμπανέλες, που το τρώνε τα αρνιά. 
Περιποιγιούμαι (ρήμα), περιποιούμαι.
Περλεψιμάδες (οι), παλιά ονομασία του χωριού Δάφνη.
Περνερό (το), ένα μέρος γιομάτο περνάρια.
Πέρονας (ο), η μεγάλη ποντίνα.
Περπατούρα (η), μία βάση με ρόδες, όπου βάνουνε μέσα τα μιτσά και
μαθαίνουνε να προβατούνε. 
Περπελάω (ρήμα), ψηλαφίζω | περπέλημα (το), το ψηλάφισμα.
Περσουκιά (η), η βερικοκιά | πέρσουκο (το), το βερίκοκο. 
Περσεύω (ρήμα), περισσεύω | πέρσεμα (το), το περίσευμα | περσευούμενο (το), αυτό που περισσεύει.
Πεσελί (το), μέρος τση επίσημης χωριάτικης φορεσιάς, που συνήθως είναι χρυσοποίκιλτο με πολλά διακοσμητικά σιρίτια.
Πεσημένος (ο), αυτός που έπεσε | ο κατάκοιτος | πεσιά (η), το πέσιμο.
Πεσούμπελο, αν γίνεται, από την ιταλική λέξη possibile.
Πέτεινας (ο), το ένα μέρος τση δίκοπης, που ήτανε σα σφήνα. Υπήρχανε και δίκοπες χωρίς πέτεινα, που τσι λέγανε πατρινές.
Πετεινός (ο), ο κόκορας | πετεινάρι (το), το κοκορέλι.
Πετέουλο (το), αυτός που βγαίνει, εκεί που δεν τονε σπέρνουνε.
Πέτο (το), το στήθος | πεταμιά (η), το ντεκολτέ στο γυναικείο στήθος. 
Πετόνι (το), είδος ποντικού.
Πετρερό (το), ένα μέρος γιομάτο πέτρες.
Πετριά (η), η βαρισιά με πέτρα | το σάλεμα του μυαλού, “... αυτόνε τον έχει βαρίσει πετριά στο κεφάλι”.
Πετρογκάζι (το), το πετρογκάζ.
Πετροκόφινο (το), ένα πλεχτό κοφίνι, που χωράει όσο και η πετρόλατα.
Πετρόλατα (η), η λάτα που κάνει ο λατονιέρης και χωράει μία ξέστα (16 λίτρα). 
Πετρολίλιας (επίρ), μυρίζει από πετρόλιο.
Πετρόλιο (το), το πετρέλαιο. 
Πετσαλίνα (η), κομμάτι από το πετσί του χοίρου, με το ανάλογο λίπος.
Πετσέντες (επίρ), άφραγκος, μπατίρης.
Πετσιά (τα), τα φλούδια από τσι πατάτες, τα φρούτα κ.ά.
Πέτσο (το), το μεγάλο κομμάτι,  “… δώκε μου ένα πέτσο τυρί” | πέτσο (το), ο καυγάς, “εγίνηκε εσήμερα μεγάλο πέτσο στο φόρο”. 
Πέτωμα (το), ανασήκωμα του εδάφους.
Πέφτη (η), η Πέμπτη.
Πηγαδίνα (η), ένας λάκκος στο πάτο του πηγαδιού, που μαζώνονται τα κατακάθια. 
Πηγαδίσιο (επίθ), νερό από το πηγάδι | αντθ. στερνίσιο.
Πήγω (ρήμα), πήζω | πημένο (το), το πηγμένο, “… μάνα, το λάδι είναι πημένο, δεν μπορώ να βγάλω”. 
Πηλινόρος (ο), ο πήλινος κούκος. Αντιδιαστέλεται με το γυαλινόρο. 
Πιάτα (τα), εκτός από τα ομώνυμα σκεύη τση κουζίνας, είναι και τα κύμβαλα τση μουσικής | πιάτα (η), η μεγάλη πιατέλα, η σκουτέλα, “… εσείς οι άλλοι, θα πάρετε από την πιάτα”.
Πιατελούτσο (το), το μικρό πιατάκι.
Πιένω (ρήμα), πιάνω | έπιακα | επιάκαμε. 
Πιετίνα (η), το στρίφωμα, ο ποδόγυρος τση φούστας.
Πικέτο (το), παιχνίδι τση τράπουλας.
Πιλιό του (έκφρ), ποτέ του.
Πιλιότερο (επίρ), περισσότερο.
Πινάκι (το), το φλυτζάνι.
Πίνια (η), η γνωστή εμπορική συνοικία της Κέρκυρας. Την λένε έτσι επειδή στην κεντρική πλατεία της υπήρχε παλιά ένα πεύκο. Το πεύκο ιταλικά λέγεται pino (πίνο) και επειδή το δέντρο ήτανε θυληκό, το ονόμασαν πίνια.
Πινιάτα (η), ήταν ένα μεγάλο χαλκωματένιο αγγιό, που εβράζανε την αλυσίβα. Εκρεμότανε από την οροφή με ένα βαρειό άλυσο που τονε λέγανε κρεμαστάλιση. Στην πινιάτα εμαγειρεύανε το φαγητό για τσου γάμους. Εχρησιμοποιούντανε και σαν αγγιό αποθήκευσης | πινιάτι (το), η μιτσή πινιάτα.
Πίντα (η), ένα μεταλλικό ποτήρι | μεταλλικό αγγιό που εγιομίζανε τσι ξέστες με λάδι | πιντί (το), η μιτσή πίντα.
Πιόμπο (το), το νήμα της στάθμης.
Πιοτή (η), η πόσιμη, “… μου διόρισε ο γιατρός ενέσες πιοτές” |πιοτιά (η), η ποσότητα του υγρού που πίνουμε μονορούφι.
Πιπεράδα (η), τρόπος μαγειρέματος φαγητού με πολύ κόκκινο πιπέρι. 
Πιπί (το), σουρήχτρα από φύλλο ελιάς.
Πίπης (ο), ο Σπύρος.
Πιπινίκια (τα), ζαχαρωτά, γλυφιτζούρια, “… αυτός ο μούτσος, εξόδεψε όλα τα λεφτά του σε πιπινίκια”. 
Πισσότερο (επίρ), πιλιότερο, περισσότερο.
Πιστάγκωνα (επίρ), με το χέρια δεμένα πίσω τσου αγκώνες.
Πιστικός (ο), πιστίκισα (θυλ), αυτός που φυλάει πρόβατα 
Πιστρόφια (τα), η επιστροφή τση νύφης στο πατρικό σπίτι, μετά οχτώ μέρες.
Πιτέρι (το), η γλάστρα.
Πιτίζω (ρήμα), πασπαλίζω, “… επίτισα τσι πατάτες για λεφτερίδα”. 
Πίτικας (ο), η χρυσή τση κότας.
Πιτίκι (το), το πρικό, το πικρό.
Πιτίτα (οι), οι μεζέδες, “...Ω πιτίτο εούτο δω”.
Πιτσικαμόρτης (ο), αυτός που μεταφέρει τσου νεκρούς. Η λέξη προέρχεται από την ιταλική φράση “picicare i morti”, που σημαίνει μεταφέρω τσου νεκρούς. 
Πιτόρος (ο), ο μπογιατζής | πιτούρα (η), το βάψιμο, η ζωγραφιά.
Πιτσικουλιά (η), το φλερτ, “… ήτανε τόση ώρα μέσα στη σφαλιά, και εκάνανε πιτσικουλιές”.
Πιτσουρίνια (τα), κάτι κίτρινοι μυκάνοι που τρώονται.
Πλάκα (η), μία μαύρη επιφάνεια, που τα παιδιά στο σκολειό, εγράφανε πάνω σ' αυτή με το κοντύλι | η πλάκα του γραμμόφωνου | η ακτινογραφία | το αστείο.  
Πλακάδο (η), το πλακόστρωτο δάπεδο, “... ραντεβού στο πλακάδο τ' Αγιού”.
Πλακιά (η), το δεσπέτο, η πέκα.
Πλασμένη (η), η πιεσμένη, “... οι μισές ντομάτες ήτανε πλασμένες).
Πλαστή (η), η πλασμένη | η κάλπικη | ο φούσκος στο λάκουρο που κάνει …πλάτς.
Πλάτης (ο), η πλάτη, … από τα χτες με πονεί ο πλάτης μου”.
Πλατοκούκια (τα), τα μεγάλα (πλατιά) κουκιά.
Πλατσουκό (το), (επίθ), αυτό που το πλάσανε, που επλάστηκε, “... αυτουνού η μύτη του είναι πλατσουκιά”.
Πλάτωμα (το), το μέρος που πλαταίνει ο δρόμος, το ξέφωτο.
Πλεμόνια (τα), τα πνευμόνια | πλεμονία (η), η πνευμονία.
Πλέριο (το), το στέρεο, το μασίφ.
Πλερώνω (ρήμα), πληρώνω | πλερωμή (η), η πληρωμή | πλερωτικό (το), αυτό που είναι με πληρωμή | αντθ. απλέρωτο.
Πλοχτίζω (ρήμα), συμπιέζω | πλοχτιστό (το), το συμπιεσμένο. 
Πλύμα (το), , η διαδικασία του ξεπλύματος των σκουτιών, ύστερα από το πλύσιμο με την αλυσίβα. Το πλύμα εγενόντανε σε πηγάδια ή ποταμούλια. 
Πνιμμένος (ο), αυτός που πνίγηκε.
Πνόγα (η), η ανάσα “… να σταματήσω μια φτιμή να πάρω μία πνόγα γιατί εδείλιασα”.
| πνοή (μτφ), η ποσότητα αέρα που βγάνει ο ψεκαστήρας, με μια πομπαρισιά.
Πνυκάδα (η), το κόσκινο, η σίτα.
Ποδαριά (η), το μπατζάκι του παντελονιού.
Ποδαρίλιας (επίρ), μυρωδιά από άπλυτα ποδάρια.
Ποδένομαι (ρήμα), βάνω τα παπούτσια μου | ποδεμή (η), τα παπούτσια, η υπόδηση | ποδεμένος (ο), αυτός που φορεί παπούτσια. 
Ποδιά (η), μία μεμβράνη, που είναι τυλιμένα τα εντόσθια του αρνιού.
Ποδοβολημός (ο), ο ήχος από το προβάτημα
Ποκάμισο (το), το πουκάμισο.
Πολεμάω (ρήμα), μτφ. προσπαθώ, “… το πολεμάω τόση ώρα, μα δεν τα καταφέρνω”.
Πολιώρα (επίρ), εδώ και πολλή ώρα.
Πόλος (ο), το πουλάρι, το νεογέννητο τση γαϊδούρας
Πολυδοντιά (η), πολλά άτομα για φαγητό.
Πολυκαιρνό (το), το μπαγιάτικο.
Πολυκέρι (το), ένα μανουάλι με πολλά κεριά, όπως ο πολυέλαιος ας πούμε.
Πολυλίχω (η), η γυναίκα από το σόι του Πολυλά.
Πολύμια (η), η Πολύμνια.
Πολυπαντιέρης (ο), αυτός που έχει πολλές σημαίες | μτφ. αυτός που δεν είναι πιστός σε ένα κόμμα. 
Πολυπόδαρος (ο), ένα μπαμπάϊ με πολλά ποδάρια.
Πολυσπόρι (το), φαγητό με διάφορα όσπρια, που το τρώνε τση Μισοσπορίτσας τσι 23 Νοεμβρίου.
Πολιτικάντης (ο), αυτός που ασχολείται με την πολιτική.
Πολυχάρτι (το), στα πατσά, η εσωτερική πλευρά του στομαχιού του αρνιού.
Πομάδα (η), η αλοιφή.
Πομόνα (η), η αντλία.
Πόμπα (η), η τρόμπα | πομπαρισιά (η) η τρομπαρισιά.
Πόμπορο (το), η εκσπερμάτωση του άνδρα.
Πονήρια ή πονηράδα (η), η πονηριά.
Πονηρίτας (ο), ο “φιλικά” πονηρός.
Ποντάρω (ρήμα), παίρνω κρύωμα | σε χαρτοπαίγνιο, βάνω λεφτά σε ένα φύλλο | πόντα (η), το δυνατό κρύωμα | η αιχμηρή μύτη | πόντα μαλίνια (η), η οξεία πνευμονία.
Ποντερνό (το), αυτό που έχει μύτη ποντίνας.
Πόντες (ο), η εξέδρα στη θάλασσα, | η γέφυρα. 
Ποντικοσαργός (ο), το ψάρι σαργός, που έχει σαν ανθρώπινα δόντια.
Ποντίλιο (το), το μεγάλο πείσμα.
Ποντίνα (η), η πρόκα.
Πορνοστάσιο (το), το πόστο για τσι παστρικιές | μτφ. η κακή τοποθεσία, “… μπείτε μέσα ορές, που εκάμετε το πόρτιγο πορνοστάσιο”.
Πορτάδες (οι), η ποικιλία πιάτων στο τραπέζι, “… βλέπω πολλές πορτάδες εσήμερα”.
Πορταδούρα (η), αγώι από το λιμάνι |το πλαίσιο γύρω από την πόρτα.
Πορτελί (το) , η μικρή εξωτερική πόρτα.
Πόρτιγο (το), ο προθάλαμος,το χολ.
Πορτόνι (το), η μεγάλη εξωτερική πόρτα. Ήτανε πάντα μεγάλη, για να χωράνε να μπαινοβγαίνουνε τα σκαφόνια. 
Πόστα (η), στο δισκουβέρτο, η δέσμη με τα τέσσερα φύλλα | μάλωμα, “...τον έβαλα πόστα” | ο ταχτικός πελάτης, “...οι ψαράδες δίνουνε τα καλά ψάρια τσι πόστες τους”.
Ποστιάζω (ρήμα), ντανιάζω, κάνω πόστες ή ντάνες.
Ποστίτσιο (το), το φτιαστό, το τεχνητό.
Ποτισιόνας (ο), ένα μεγάλο λαρνάκι που ποτίζουνε τα κοπάδια.
Ποτιστικές (οι), οι πατάτες που ποτίζονται | αντθ. ξερικές.
Πουλακίδενα (η), η γυναίκα από το σόι του Πουλακίδα.
Πουλάρι (το), ο πόλος, το νεογέννητο τση γαϊδούρας ή του μουλαριού.
Πουλέντα (η), ιταλική λέξη, που είναι ένα φαί από καλαμποκένιο αλεύρι.
Πούλια (η), μονάδα τζόγου. Επαίζανε σόλιο με μία δεκάρα την πούλια.
Πουλτάνα (η), η δειχτή στο τρισέτε ή το δισκουβέρτο (π.χ. άσσος, δύο, τρίο κούπα).
Πουλώ (ρήμα), πουλάω | πουλητής (ο), ο πωλητής | πουλητάδες (οι), οι πωλητές | πουλησιά (η), η πώληση, “… το σπίτι, του τόκανε ο πατέρας του πουλησιά”.
Πούντας (όνομα), ο Παντελής.
Πούπετας (επίρ), πουθενά.
Πουπού (έκφρ), σημαίνει κίνδυνο, “… είδε τον απεθαμένονε και έβαλε τα πουπού”.
Πουρνή (η) ή πουρνό (το), το πρωινό, “… βοηθάει η νύχτα κι η πουρνή, σαν νάχεις μάνα κι αδρεφή”.
Πούσι ή μπούσι (το), η ομίχλη, η καμπούλα.
Πραέσα (η), το παντελόνι, όπως το λένε στα γύρου.
Πράϊτα (τα), τα πρόβατα.
Πραματσούλης ή πρεματσούλης (ο), ο πλανόδιος έμπορος που επούλουνε πανιά, είδη προικός και άλλα είδη για τσι γυναίκες και το νοικοκυριό.
Πράσα (η), τα πράσα.
Πρασουλίδες (οι), οι αγριόπρασες.
Πρέζα (η), η ελάχιστη ποσότητα, όση πιένουνε τα δύο δάκτυλα, “... βάλε μου μία πρέζα ζάχαρη”. 
Πρεπούμενα (τα), τα αναγκαία, τα δέοντα.
Πρήσκομαι (ρήμα), πρήζομαι.
Πριαύλι (το), η αυλή.
Πρικαγγουριά (η), ένα αγριόχορτο, που παλιά ελέγανε ότι γιένει τον καρκίνο.
Πρικάδα (η), η πικρή γεύση.
Πρικαλίδες (οι), κάτι πρικά λάχανα σα ραδίκια.
Πρικός (ο), ο πικρός | πρικάδα (η), η πικράδα
Πρίνος (ο), το περνάρι.
Πριόβολος (ο), ο αναφτήρας.
Πριονιστήριο (το), το ξυλουργείο.
Πριτσιλάω (ρήμα), κάνω πριτσιλιές | πριτσιλιά (η), η πιτσιλιά.
Προβατώ (ρήμα), περπατάω, | προβατητά (επίρ), με τα πόδια, (προστακτική προβάτιε, ή πράτει...) |προβάτημα (το), το περπάτημα | προβατημός (ο), το περπάτημα.
Προικιό (το), η προίκα.
Προκαδούρα (η), τα παπούτσια που είχανε τη σιόλα γεμάτη πρόκους.
Προκάνω (ρήμα), προλαβαίνω.
Προσβάνω ή προσβαίνω ή προσβέλνω (ρήμα), προσβάλλω, “… τονε πρόσβανε εχτές, γιαυτό δεν του μιλάει”. 
Προστίματα (τα), τα πρόστιμα.
Προσώπατα (τα), τα πρόσωπα.
Προσώρας (επίρ), προσωρινά. 
Πρωιά (τα), τα πρωινά. 
Πρώτη μικρή (η), η τάξη του δημοτικού σχολείου που παλαιότερα αντιστοιχούσε στο σημερινό νηπιαγωγείο.
Πρώτο ύπνι (έκφρ), ο πρώτος ύπνος που είναι και βαρύς, … τώρα είναι στο πρώτο ύπνι”. 
Πρωτοκύριακο (το), Κερκυραϊκή γιορτή, που γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου, στη μνήμη θαύματος του Αγίου Σπυρίδωνος, όταν το 1673 απάλλαξε τον πληθυσμό από την πανώλη. 
Πρωτολάτης (ο), ο πρωτοπόρος.
Πρωτορούμι (το), το σταφύλι που ρουμαίνει πρώτο. Κατ’ επέκταση και όσα φρούτα ρουμαίνουνε πρώτα.
Πύλα (η), αγγιό για αποθήκευση λαδιού ή κρασιού. Οι πύλες παλιά ήτανε πελεκητές από πέτρα, τελευταία όμως τσι κάνουνε μόνο λάτινες.
Πύρα (η), η δύναμη τση στιας.
Πύργος (ο), ο τοίχος, η μάντρα, το ντουβάρι, “... οι παλαιοί εχτίζανε τσου πύργους μισή οργιά”.
Πυρήνα (η), τα τριμένα λιόστα, που τα βάνουνε στη στιά, αντίς για ξύλα.
Πυροστιά (η), η σιδερένια βάση με τρία ποδάρια, που απάνω της βάνουμε
τη λαβέντζα, το τηγάνι ή τη σχάρα.
Πυτηχαίνω (ρήμα), επιτυγχάνω, κάνω διάνα στο σημάδι | πυτηχεσιά (η), η επιτυχία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου