Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Λιαπαδίτικο γλωσσάρι (Ε-Ζ-Η-Θ)


ΕΨΙΛΟΝ

Εβγάλανε τα μάτια τους (έκφρ), εκάμανε έρωτα.
Έγγονας (ο), το εγγόνι | εγγονιά (η), η εγγονή.
Έγγυα (η), η έγκυος, “...η θυγατέρα του κουμπάρου μας, είναι έγκυα”.
Εγίνηκε βρύση (έκφρ), εφάγανε όλοι και επέρσεψε.
Εγίνηκε μπάλλα (έκφρ), εχόρτασε.
Έγκαψη (η), η φλόγωση, το θυμητικό.


Έγλυσε (ρήμα), εγλύτωσε, αόριστος του ρήματος γλυτώνω,
Εδικοσύνη (η), το σόϊ, οι συγγενείς. 
Εδωκατωθιό (επίρ), εδώ κάτω.
Εδωπανωθιό (επίρ), εδώ πάνω.
Εδωπεραθιό (επίρ), εδώ πέρα.
Έζιουνε (ρήμα), αόριστος του ρήματος ζιώ, ζούσε.
Εθίματα (τα), τα έθιμα.
Ειδεκαιμή (επίρ), ειδάλλως, αλλιώς.
Έκα (ρήμα προστ), περίμενε.
Εκεικατωθιό (επίρ), εκεί κάτω.
Εκεινώνες (δεικτ. αντων), ανήκει σε κείνους.
Εκειπανωθιό (επίρ), εκεί πάνω.
Εκειπεραθιό (επίρ), εκεί πέρα.
Έλαμια (έκφρ), αμιά, τί να σου κάμω;
Ελενίτης (o), το ελλενίτ.
Ελεχτρικό (το), το ηλεκτρικό.
Ελλόου μου (αντων), εγώ, | ελλόου σου, εσύ | ελόου του, αυτός.
Έμασα (ρήμα), εμάζωσα “…έμασα δύο σάκελες ελιές” | μτφ επιάστηκα.
Έμπιο (το), το πύο.
Ενανίμισι (επίρρ), ενάμισι, ” ακούτε ορές, ένα σέσκλο επήρε ύψος ενανίμισι μέτρο”.
Εννιά Δευτέρα (η), η δεύτερη μέρα του Πάσχα.
Εννιά Τρίτη (η), η τρίτη μέρα του Πάσχα.
Εννιά Tετάρτη (η), η Τετάρτη μετά το Πάσχα.
Εννιά Πέμπτη (η), η Πέμπτη μετά το Πάσχα.
Εννιά Παρασκευή (η), η Παρασκευή μετά το Πάσχα.
Ενωρίς (επίρρ), νωρίς, αμπονόρα.
Εξετάσες (οι), οι εξετάσεις.
Έξις και ξερός (έκφρ), το λέμε όταν ρωτάμε κάποιονε και εκείνος μα λέει ...έ;
Εούτος, εούτη, εούτο, (δεικτ. αντων), αυτός, αυτή, αυτό.
Επάντρεψε την πιατέλα (έκφρ), ετσάκισε την πιατέλα.
Επήγε στο νοδάρο κι’ έκαμε χαρτιά (έκφρ), επήγε στο συμβολαιογράφο και έκανε διαθήκη.
Έπια (ρήμα), ήπια, “… έπια δέκα κούπες, κι’ ούτε που μου κάστηκε”.
Επισκέψες (οι), οι βίζιτες, οι επισκέψεις.
Επόνουνε (ρήμα), πονούσε, “...επόνουνε εψές όλη νύχτα”.
Επουλήθηκε ο γάιδαρος (έκφρ), έκλεισε η συμφωνία.
Επρόπερσι (επίρ), πρόπερσι.
Επροψές (επίρ), επροχθές το βράδυ.
Εργάτης ή αργάτης (ο), αυτός που δουλεύει ζουρνάδα στα χτήματα | μία μεγάλη τάβλα/εργαλείο, στα λουτρουβιά, που την αμπώνανε και εσφίγγανε τη βίδα, για να πιέζονται οι σφυρίδες και να βγαίνει το λάδι.
Έριμνα (η), η έρευνα.
Έρτα (η), το εσωτερικό και εξωτερικό κάσωμα τση πόρτας, τούφινα ή μαρμάρινα περιθυρώματα.
Εσήμερα (χρον. επίρ), σήμερα.
Έτονε, έτηνε, έτο, (δεικτ. αντων), νάτος, νάτη, νάτο.
Ετουτουνώνες (κτητ. αντων), ανήκει σε αυτουνούς.
Ευχαριστημός (ο), η μεγάλη ευχαρίστηση.
Εφαωθήκανε (ρήμα), καταναλώθηκαν, φαγώθηκαν.
Εφέτο (επίρ), φέτος.
Εφοβέχτηκα (ρήμα), φοβήθηκα.
Εφοπλιστάδες (οι), οι εφοπλιστές.
Εφτάκανε μία πετρόλατα κοτοκόλους (έκφρ), εμάσανε ένα ντενεκέ αμύγδαλα χλωρά.
Έχας (το), (δια το έχειν), το καλό αρνί, ή το καλό μοσχάρι, που το αφήνουνε για αναπαραγωγή.
Έχει τα ρούχα της (έκφρ), έχει περίοδο.
Έχω ένα σφάχτη στη βεντριά (έκφρ), οξύς πόνος στο πλαϊνό μέρος τση μέσης
Εψές (επίρ), ψες, εχτές το βράδυ.

Ζα (τα), τα ζώα, “...επήγα κι έδωκα θροφή στα ζα”.
Ζαβώνω (ρήμα), στραβώνω, λυγίζω, | ζαβωμένο (το), το ζαβό, αυτό που ζάβωσε | ζαβός (ο), ο ανάποδος.
Ζαγάρι (το), το αγρίμι | μτφ. ο έξυπνος.
Ζαλώνω (ρήμα), φορτώνω στην πλάτη.
Ζάμπα (η), ένα ζώο, σα μεγάλος κάρλακας.
Ζαμπός (ο), ένας θάμνος που κάνει φρούτα σαν κόκκινα σταφύλια. Παλιά οι μούτσοι τα χρησιμοποιούσανε σα μελάνι κόκκινο. Ξεποχτιέται δύσκολα.
Ζαμπούνα (η), η σουρήχτρα από φύλλο κολοκυθιάς, ή από κάθε τί που βγάνει ήχο, “… άμα μεγαλώσει το κρεμμύδι, κάνει ζαμπούνα”.
Ζαμποφάης (ο), ένα φίδι που τρώει τσι ζάμπες.
Ζανπιέρος (ο), το ψάρι χριστόψαρο.
Ζάρω (ρήμα), συνηθίζω. “… εμείς δεν το ζάρουμε αυτό το έθιμο”.
Ζαχουλιά (η), άγριο λάχανο, πολύ ωραίο.
Ζέγκουνας (o), το λάχανο ζωχιός.
Ζεματούρα (η), το καυτό νερό που μένει στη λαβέτζα, όταν βγάλουμε τσι νερόβραστες πατάτες.
Ζένω (ρήμα), μυρίζω, βρωμάω, “…ο κατάκοιτος ζιεί και ζένει”.
Ζερβά (επίρ), αριστερά |ζερβός (ο), ο αριστερός | Ζέρβα (στου), περιοχή του χωριού πάνω από το σκολειό.
Ζερβόδεξα (επίρ), δεξιά και αριστερά.
Ζέστα (η), η ζέστη.
Ζευγάρι (το), τα δύο βόϊδια, “… θα πω του Αναστάσα που έχει το ζευγάρι, νάρθει αύριο  να δουλέψει το χωράφι στο λιβάδι”.
Ζευγουλάτης (ο), αυτός που κουμαντάρει το ζευγάρι με τα βόϊδια στο χωράφι.
Ζεύω ή ζέφω (ρήμα), βάνω τα ζώα στο ζυγό, τα ετοιμάζω για το όργωμα | αντ. ξεζέφω.
Ζεψιά (η), μονάδα μέτρησης τση εργασίας με τη δίκοπη. Μία ζεψιά αντιστοιχεί σε εφτά τσαπιώνες, όπου το κάθε τσαπί, αντιστοιχεί σε τριακόσια κουλούμια, δηλαδή, 300 τ.μ.
Ζιάζω (ρήμα), ζυγίζω | ζιάσιμο (το), το ζύγισμα.
Ζιφταριό (το), πατητήρι σταφυλιών.
Ζίφω (ρήμα), πιέζω, πρεσάρω | ζιψιά (η), η αλεσιά | ζιφταριά (η), ξύλινη πρέσα για λάδι ή κρασί | ζίματα (τα) οι αλεσιές.
Ζιω (ρήμα), ζω.
Ζουλίδι (επίρ), πολύ ώρουμο.
Ζούπα (επίρ), λιώμα, πιεσμένο, “… αυτός ετράκαρε το αυτοκίνητό του και τόκαμε ζούπα”  | “... έπαιζε στη βροχή και εγίνηκε ζούπα”.
Ζόρκια (η), η γύμνια.
Ζουρνάδα (η), η δουλειά μιανής μερός.
Ζυγούρι (το), το πρόβατο ηλικίας δύο ετών.
Ζύμα (το), η αλεσιά. Τη σοδειά τηνε μετράνε με τα ζύματα.
Ζυμαρολόγος (ο), η μαγιά, το ζυμάρι που αφήνανε για την επόμενη φορά, σε ένα πήλινο αγγιό, συνήθως ένα … σπασμένο μπουκαλέτο.
Ζωερός (ο), ο ζωηρός.
Ζωντοβούλι (το), το συμβόλαιο. Ο νοδάρος κατέγραφε τη βούληση των ζωντανών.
Ζωρκάδι (το), το πουλί μέσα στη φωλιά, που δεν έβγαλε ακόμη φτερά.
Ζώρκος (o), ο γυμνός.
Ζωρκολαίμης (ο), ο κόκορας με γυμνό λαιμό.
Ζωστήρας (ο), η ζώνη.

Ή θα σε ψήφουνα (έκφρ), θα σε ψήφιζα.
Ήβρεμα (το), αυτό που εβρήκαμε.
Ήθελα να πεθήνησκα (έκφρ), θάθελα να πεθάνω.
Ήλιακας (ο), ποικιλία χταποδιού, με μακριά πλοκάμια. 
Ήλιος (ο), χρυσό κόσμημα για την παλιά λιαπαδίτικη φορεσιά |ο ηλίανθος που βγάνει τσου λιόσπορους. 
Ημπόρουνα (ρήμα), αόριστος του μπορώ, “… αν ημπόρουνα, ή θα τόχα κάμει”.
Ηπειρώτσα (η), η προερχόμενη από την Ήπειρο.
Ήπειτα (επίρ), έπειτα.
Ήπρεπε (ρήμα), έπρεπε,“… ήπρεπε νάμουνε εγώ εκεί, να ιδείς τι θα  κάμω”. 
Ήσυχια (η), η ήσυχη, “...άφηκέ με ήσυχια”.

Θα πάμετε; (ρήμα), θα πάμε;
Θα φάμετε; (ρήμα), θα φάμε;
Θαμπομάρα (η), η σκοτοδίνη.
Θανατικό (το), η επιδημία που σπέρνει θάνατο.
Θανή (η), ο θάνατος.
Θαραπάϊκα (ρήμα), ευχαριστήθηκα | θαράπαψη (η), ο ευχαριστημός |θαραπεία (η), η θεραπεία, η γιατρειά.
Θέλημα (το), η εξυπηρέτηση.
Θέος (ο), ο Θεός, “… σου ορκίζομαι μα το Θέονε”
Θεουλίδια (τα), οι βλαστήμειες.
Θέρισμα (το), ο θέρος | μτφ. τόπος με δυνατό ρεύμα αέρα, “... σύρτε κατακεί, αυτού κάνει θέρισμα”.
Θεριστιάτσα (η), η απιδιά που ρουμαίνει τα απίδια της το Θερτή (τον Ιούνιο).
Θέρμη (η), ο πυρετός. “... εχτές το μιτσό μου, ήτανε όλη νύχτα κούλουμο θέρμη”.
Θερμός (ο), το βραστό νερό που ρίχνουνε τσι σφυρίδες, για να βγει το λάδι.
Θερμούτσα (η), η αναμένη στιά, που είχανε στα παλιά λουτρουβιά , για να έχουνε όλη μέρα ζεστό νερό, για να ζεματάνε τσι σφυρίδες.
Θέρος (ο), το καλοκαίρι | το θέρισμα του μπαρμαρόσταρου, του καλαμποκιού ή του σταριού.
Θερτής (ο), ο Ιούνιος.
Θέσες (οι), οι θέσεις.
Θιαμάζω (ρήμα), θαυμάζω, “... είδε το μεγάλο καράβι και εθιάμαξε” | θιάμα (το), το θαύμα. 
Θιλικώνω (ρήμα), κλειώ τα κομπιά | θιλίκωμα (το), το κούμπωμα | θιλίκι (το), το πιάσιμο με κλωστή, “… βάλε μου ορή ένα θιλίκι”.
Θίλιππας (ο), ο Φίλιππας.
Θραγκάλι (το), η τελευταία πνόγα τσι στιας, το τελευταίο κομμάτι ξύλο που εκάηκε, “… εκάηκανε όλα τα ξύλα, δεν έμεινε θραγκάλι“.
Θολούρα (η), το κατακάθι | μτφ. η σκοτούρα.
Θραμένο (το), αυτό που καταναλώθηκε μέχρι το τέλος, “… το αυτοκίνητο, ήτανε θραμένο από μεντζίνα”.
Θράσια (επίθ), η γυναίκα με θρασύ χαρακτήρα.
Θρέφω (ρήμα), αναθρέφω | θροφή (η), η τροφή | μτφ. η φλέστρη που είναι τροφή για ζώα | θρόφιμα (τα), οι τροφές των ανθρώπων, τα τρόφιμα.
Θρούμπα (η), εκτός από τσι ομώνυμες ελιές, είναι μία αφάνα από θρουμπί, η οποία ήτανε προσαρμοσμένη σε ένα μακριό ξύλο που το λέγανε “κάλυπος”, και το εχρησιμοποιούσανε για να πλένουνε παλιά τα σκαφόνια.
Θρουμπί (το), το θυμάρι.
Θυμητικό (το), το μνημονικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου