Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Λιαπαδίτικο γλωσσάρι (Ι-Κ-Λ)


Ιβεντάριο (το), το βιβλίο που εγράφανε παλαιά οι παπάδες τσι εκκλησιές, τα ληξιαρχικά συμβάντα και τα περιουσιακά στοιχεία των ναών. Προέρχεται από την ιταλική λέξη evento που παναπεί εκδήλωση. 
Ιγγλέζος (ο), ο Άγγλος |Ιγγλέζα (η), η Αγγλίδα | ιγγλέζικα (τα), τα αγγλικά, “… πάει το γγόνι μου στη χώρα και μαθαίνει ιγγλέζικα, αλλά δεν τα ξεπαίρνει”.
Ίδρως (o), ο ιδρώτας.
Ιμπένιο (το), το καπάρωμα | το δακτυλίδι του λόγου.
Ιντερέσο (το), το ενδιαφέρον, λέγεται και νιτερέσο | ιντερεσάδος (ο), ο ενδιαφερόμενος, ο δουλευταράς.
Ίσιαμε (επίρ), ώσπου.
Ιταλίτσια (τα), τα μικρά Ιταλάκια.

Καβαλάρενα (η), η γυναίκα από το σόι του Καβαλάρη.
Καβαλάρης (ο) ή καβαλαρικό (το), η κορφινή σειρά των κεραμιδιών τση σκέπης.
Καβαλαριά (επίρ), καβάλα.
Καβαλίνες (οι), οι ακαθαρσίες από φυτοφάγα οικιακά ζώα (αρνιά, κατσίκια, προβατίνες).
Καβάλος (ο), ο Ρήγας τση τράπουλας.
Καγιάς (o), πέτρωμα με ελαφρά γαλάζιο χρώμα, που το βρίσκουμε τσι περιοχές Πηλό, Καμάρα, Μπαλιαρή κ.λπ.
Καγιούρι (το), ένας τρόπος που οι παλιές Λιαπαδίτσες εχτενίζανε τα μαλλιά τους. Τα κάνανε καγιούρι ή κόκορο.
Καδίνα (η), η αλυσίδα για το λαιμό, | η αλυσίδα τση άγκυρας | ο άλυσος.
Καένα (αριθ. επίθ), κανένα, “… έχεις ορή καένα κόντεμα;”.
Καζαδόρος (ο), ο κατεργάρης, | κάζο (το), το πάθημα, | μου κάζεται (ρήμα), νομίζω.
Κάης (ο), ο Κάϊν, “...είδες ο Κάης, απόνα τότσο να μας σκοτώσει”.
Καθαίρνω (ρήμα), καθαρίζω, “... εσήμερα εκάθαρα δύο σκάλες ελιές στην Κουρκουλή”.
καθαριότη (η), η καθαριότητα.
Καθάρσιο (το), ένα πικρό υγρό που βοηθάει στον καθαρισμό του εντέρου.
Καθιστούρι (το), το κάθισμα.
Καϊκτσής (ο), ο ιδιοκτήτης καϊκιού.
Κακακίδες (οι), τα ξερά αμύγδαλα, απάνω στο δέντρο.
Κακαρέλενα (η), η γυναίκα από το σόι του Κακαρέλη.
Κακή Λαμπριά να μη σούρθει (έκφρ), ευχή, σε μορφή κατάρας.
Κακό σπυρί (το), ο καρκίνος.
Κακό χρόνο να μην έχεις (έκφρ), ευχή σε μορφή κατάρας.
Κακοσυνεύω (ρήμα), επειδεινώνω.
Κακοσύνη (η), η κακία.
Κακοτρύγης (ο), ποικιλία ντόπιου σταφυλιού.
Κάκοψο (το), το αμύγδαλο που τσακίζεται δύσκολα | αντιθ. κάλοψο.
Καλαμαρολόγος (ο), μία κατασκευή, που πιένουνε καλαμάρια, χωρίς δόλωμα.
Καλαμιώνας (ο), ένας τόπος γιομάτος καλαμιές.
Καλαμωτή (η), επιφάνεια καλυμένη από καλάμι.
Καλαντιστήρι (το), το λιβανιστήρι.
Καλάρω (ρήμα), ρίχνω τα καλάρια | καλάρι (το), ενδεικτικό σημάδι, για να ξέρει ο ψαράς που έριξε τα δίχτυα του.
Καλαφάτενα (η), η γυναίκα από το σόι του Καλαφάτη.
Καλαφάτης (ο), αυτός που καλαφατίζει τσι βάρκες | καλαφάτισμα (το), το κλείσιμο των στεγανών τση ξύλινης βάρκας με παπίρι.
Κάλεστρα (οι), οι προσκλήσεις του γάμου.
Καλή (η), η γιαγιά, η νόνα.
Καλή στερέωση (έκφρ), ευχή στο ζευγάρι που αρραβωνιάστηκε.
Καλικούνι (το), το πειρί, η τάπα.
Κάλλιο (επίθ), καλύτερα.
Καλνταλέτο (το), η θερμοφόρα, από το ιταλικό calda letto, που σημαίνει ζεστό κρεβάτι.
Καλογραμμένο και καλότυχο (έκφρ), ευχή για κάποιονε που είχε επιτυχίες.
Καλοκαιρίδια (τα), οι βουλτίτσες, οι μιτσοί γυρίνοι, οι μιτσοί καρλάκοι στο Απανωλίβαδο, που αρχίζουνε να τραγουδάνε του Αγίου Αντωνίου.
Καλοκρασίδα (η), ένα πουλί που κελαιδάει ασταμάτητα τα χαράματα.
Καλόμπαχτα (τα), τα καλά που αγοράσθηκαν και μπήκαν στο σπίτι.
Καλοπέσουλος (ο), ο καλόβολος.
Καλοστεκάμενος (ο), ο καλοαναθρεμένος.
Καλουπάκι (το), ένα καπάκι με τρύπες, για να βγαίνει το νερό από τον μποτιστήρα σα βροχή.
Κάλοψο (το), το αμύγδαλο που τσακίζεται εύκολα | αντθ. κάκοψο.
Κάλυβας (ο), το καλύβι που είναι στα χωράφια.
Κάλυπος (ο), ένα μακρύ ξύλο που στην άκρη του εβάνανε τη θρούμπα και επλένανε τα σκαφόνια.
Καμάρα (η), η θολωτή αψίδα, “… στο σπίτι μας, όλος ο μπότζος είναι με καμάρες”. | τοποθεσία του χωριού.
Κάμαρη (η), συνήθως εννοείται η κρεβατοκάμαρα, | καμαρί (το) η μιτσή κάμαρα.
Καμάρια (επιφ), το χρησιμοποιούμαι για να επευφημίσουμε ή για να οικτίρουμε κάτι “… είδετε καμάρια που εγίνηκε;”.
Καματερή (η), η εργάσιμη μέρα, που δεν είναι Κυριακή ή γιορτή.
Καματερό (το), το βόϊδι που δουλεύει για το όργωμα των χωραφιών.
Καμπανελάτσα (η), η γυναίκα από το σόι του Καμπανέλη.
Καμπανιό (το), το συνεχές χτύπημα της καμπάνας.
Καμπιέλες (οι), παλιά πληθωριστικά λεφτά, (για 2 λίτρες ψωμί, ήθελες ένα εκατομμύριο).
Καμπινέτο (το), η τουαλέτα.
Καμπόσες (επίρ), αρκετές.
Καμπούλα (η), η ομίχλη, το πούσι.
Κάμφορα (η), ένα καλωπιστικό πράσινο φυτό, χωρίς λουλούδια.
Καμωσιά (η), το κάμωμα.
Καναβέτα (η), ένα ξύλινο τελάρο.
Καναλέτο (το), το μικρό κανάλι.
Καναλυμάγκου (επίρ), επιτέλους.
Κανάτι (το), το δοχείο νυχτός, την εποχή που δεν είχανε τουαλέτες στα σπίτια.
Κάνε (μόριο), λοιπόν.
Κανίσκι (το), το δώρο.
Κανίσουρα (η), φυτό που φυτρώνει τσι πέτρες σε παραλίες, που συγγενεύει με την κάπαρη.
Κανίστρα (η), η πλεχτή κόφα, που χωράει όσο το ½ τερτικό | κανίστρι (το), η μιτσή κανίστρα, που χωράει το ¼ του τερτικού.
Κανοκιάλι (το), το μονό κιάλι των ναυτικών.
Κανούλι (το), ο σωλήνας.
Κανούλι βγαλημένο (έκφρ), ο πεπειραμένος.
Καντάδος (ο), ο κακοδιάθετος.
Κανταρέλα (η), δοχείο μεταφοράς υλικών.
Κάνταρος (ο), μία μεγάλη πήλινη λεκάνη.
Καντηλοσβήστης (ο), είναι ένα έντομο που πάει στα καντήλια και τσι παλιές λαδοφωτιές, και κουνώντας τα φτερά του σβήνει το καντήλι. Που και που καίει και τα φτερά του.
Καντινάτσο, ή καντινατσί (το), ο σύρτης που μπαίνει όξω από το πορτόνι. Είχε τρύπα για να μπαίνει το μπλιτσούνι. Μέσα από την πόρτα, υπήρχε αμπάρα, “… από μέσα κλειδωνιά κι απόξω καντινάτσο”.
Καντονάλι (το), το καντούνι που έχει ρεύμα αέρα.
Καντούνα (η), το αποχωρητήριο. Παλιά, στην καντούνα είχανε δύο τάβλες, όπου επατούσανε για να κάμουνε την ανάγκη τους. Αν εντεντέλουνε και κανένας, εκινδύνευε να πέσει μέσα. Επειδή ήτανε πάντα σε στενό, γιαυτό μπορεί τσου στενούς δρόμους, να τσου λένε και καντούνια.
Καντούνι (το), το στενό σοκάκι.
Κάνω γέννημα (έκφρ), ξεφλουδίζω ή ξυπορίζω καλαμπόκι.
Κάνω σκατσούνι (έκφρ), πλέκω σκάλτσες.
Κάνω στράτα στο πριόνι (έκφρ), το τροχίζω.
Κάνω φασούλια (έκφρ), μουτεύω τα λοβίδια από τσι φασουλιές ή τα ξυπορίζω.
Κάνω χαρτιά (έκφρ), κάνω διαθήκη.
Καούρικο (το), το καφτερό.
Καπακίζω (ρήμα), ξέρω μέσες άκρες, “... κάτι καπακίζει από ιγγλέζικα”.
Καπάρο (το), η προκαταβολή, ο αρραβώνας.
Καπάσα (η), ένα μεγάλο πήλινο δοχείο. Τσι καπάσες παλιότερα εβάνανε λάδι, τώρα όμως τσι ’χουνε κυρίως διακοσμητικές.
Καπατσάρω (ρήμα), είμαι καπάτσος, τα καταφέρνω.
Καπεντοφιόρι (το), το κουνουπίδι.
Καπέτες (οι), τα κατσαρά μαλλιά, οι σκάλες στα μαλλιά, οι πιέτες στο τραπεζομάντηλο και ότι άλλο κυματοειδές.
Καπίστρι (το), μία κατασκευή από σκοινί, που τηνε βάνουνε στο κεφάλι του γαϊδάρου, για να τονε κουμαντάρουνε.
Καπιτσίνια (τα), τα νυφικά παπούτσια.
Κάπο (το), η ιδιοσυγκρασία, “… για να δούμε, τι κάπο είναι αυτός ο άνθρωπος”.
Καπονάρω (ρήμα) ευνουχίζω | καπόνι (το), το ευνουχισμένο |καπόνι (το), είδος ψαριού | καπονάρα (η), το κοτέτσι που κουναρούνε τα μιτσά πουλίτσια.
Κάπος (ο), ο αρχηγός.
Καπότα (η), το προφυλακτικό.
Καπότο (το), χαρτοπαικτικός όρος. Γίνεται καπότο, όταν κάποιος κερδίσει, χωρίς ο αντίπαλος να πιάσει χαρτιά.
Καποτσάρενα (η), η γυναίκα από το σόι του Καπότσαρη.
Καπούλια (τα), οι γλουτοί.
Καπουρέλι (το), κομμάτι ξύλο για πάτωμα ή νταβάνι
Καπροχήρα (επίθ), το λένε για κάποια χήρα με ...έντονη δραστηριότητα.
Καραγωγέας (ο), ο οδηγός του κάρου.
Καράκαλος (ο), πουλί του λιβαδιού. Υπάρχει κόκκινος καράκαλος και αϊτομάχος.
Καρατέλο (το), το σιδερένιο βαρέλι που εκουβαλούσανε το λάδι στη χώρα. Οι παλαιοί καραγωγείς, επαίρνανε τα καρατέλα και τα αφήνανε στα μπουτελιά. Υπάρχουνε καρατέλα με τορκούς και χωρίς τορκούς.
Καράφλης (ο), ο καραφλός.
Καργάρω (ρήμα), φορτώνω, φορτίζω, πιέζω | καργάρισμα (το), το σφίξιμο | καργάδος (ο), ο πολύ γιομάτος | κάργας (επιθ), ο σπουδαίος “...μας κάνει τον κάργα” | Κάργας (ο), λιαπαδίτικο παρανόμι. 
Καρές (ο), η χωρίστρα.
Καρέτα (η), το καροτσί που έχουνε τσι οικοδομές.
Καρικιάζω (ρήμα), φουρκίζω | καρίκωμα (το), το φούρκισμα.
Κάρια (η), μέτρο για γέμιση όπλου.
Κάριο (το), η κουβαρίστρα, το πηνίο.
Κάριονας (o), λάχανο από τα πιο νόστιμα.
Καρκάνι (το), η κόρα του ψωμιού.
Καρκατσέλι (το), το ξεροκόμματο ψωμιού. Σ’ άλλα χωριά, το λένε κουρμούτσι.
Καρκούλα (η), πανί που βάνουνε στο κεφάλι, για προστασία από τη βροχή ή το κρύο.
Κάρλακας (o), ο βάτραχος | καρλακοφάηδες (οι), έτσι επαρανομίζανε τσου Σκουπεριάτες | καρλακίδι (το), ο μιτσός κάρλακας.
Καρμπούρο (το), η ασετυλίνη. Τα παλιά χρόνια, που το χωριό δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα, το καρμπούρο ήτανε μία λύση για φωτισμό, αλλά εβρώμουνε πολύ.
Καρνάγιο (το), το ναυπηγείο.
Καροτσί (το), το καροτσάκι που έχουνε τσι οικοδομές.
Καρποφόλι (το), το αγιόκλημα.
Καρτεζί (το), υποδιαίρεση του καρτούτσου, το οποίο ήτανε μονάδα μέτρησης υγρών, προ του κιλού και του λίτρου. Κάθε καρτούτσο είχε τέσσερα καρτεζιά.
Κάρτες (οι), τα ξύλινα δοχεία που εκουβαλούσανε νερό από τα πηγάδια τα παλιά χρόνια. Τσι χρησιμοποιούσανε και για τη μεταφορά κρασιού στα μαγαζιά. Οι κάρτες, είχανε πειρί και καλικούνι.
Κάρτο (το), το ¼ του βάρους, “… βάλε μου ένα κάρτο αρμυροσαρδέλες”  | το ¼  τση ώρας, λέγεται κουάρτο.
Καρτόνι (το), το χαρτόνι.
Καρτούτσο (το), δοχείο υγρών | μονάδα μέτρησης υγρών, προ του κιλού και του λίτρου. “… δώκε μου δύο καρτούτσα πετρόλιο και γράφτο”.
Καρφίτσα (η), ένα χρυσό κόσμημα, που το τσιτούσανε στο μπροστούρι, τσι επίσημες μέρες.
Κάσα (η), το φέρετρο. Τσι κάσες στο χωριό, παλιά  τσίκανε ο Γιώργος ο Καπαλούπης.
Κασαδούρα (η), το κάσωμα τση πόρτας.
Κασάρι (το), εργαλείο με το οποίο οι γυναίκες εκόβγανε ξύλα.
Κασέλα (η), έπιπλο τση κάμαρας, όπου εβάνανε τα σκουτιά, αντίς για ντουλάπα.
Κασετί (το), το ντουλάπι, η μικρή κασετίνα.
Κασούνι (το), η καρότσα του φορτηγού, “… επήγαμε όλοι στη χώρα κασουνάτοι”.
Καστανίκλα (η), ένα λάχανο που το μαζώνανε οι παλιές Λιαπαδίτσες. Τώρα, είναι ελάχιστα γνωστές.
Καστέλι (το), το Αγγελόκαστρο, το μικρό κάστρο.
Καταλαβαρδίγκος; (έκφρ), λέξη χωρίς ετυμολογία, κάτι σαν χωριάτικη αργκό. Κατάλαβες;
Καταμούτσουνα (επίρ), κατάμουτρα.
Κατανταίνω (ρήμα), καταντάω.
Καταξυλή (η), το λείψανο, ο ανθρώπινος σκελετός.
Καταπεσημένος (ο), ο κατάκοιτος.
Κατάπλασμα (το), το μπλάθρι, το έμπλαστρο. Παλιά εκάνανε καταπλάσματα και τα βάνανε σε πληγές για ανακούφιση. Εχρησιμοποιούσανε σαπούνι, λάδι και αβγό. Εκάνανε όμως και με φύλλα σέσκλου και λιναριού.
Καταπονάω (ρήμα), νικάω τσου άλλους, είμαι πιο δυνατός.
Καταριόλι (το), μονάδα μέτρησης του καρπού τση ελιάς. Είναι υποδιαίρεση του μουντζουριού. Κάθε μουντζούρι είχε τέσσερα καταριόλια.
Καταριχώματα (τα), οι τρύπες που μένουν στην οικοδομή, όταν βάνουνε τη σκέπη.
Κατασάρκι (το), μία κατασκευή από παπίρι, που τη βάνανε στη ράχη του γαϊδάρου, για να μη τονε κόβγει η σαμάρα.
Κάτε ή Κατέρω (η), η Κατερίνα.
Κατεβατό (το), η κατακόρυφη σωλήνα τση σγόρνας.
Κατηγορημένος (ο), ο αδύνατος, ο φτωχός από πάχια.
Κατιβαίνω (ρήμα), κατεβαίνω | κατίβασμα (το), το κατέβασμα | κατίβα (ρήμα προστ.), κατέβα.
Κατοικιά (η), η θερινή κατοικία παλιών οικογενειών στα χωράφια, που συνδύαζε τη δουλειά (κήποι, κοπάδια), αλλά που πρόσφερε μαζί φύλαξη των φρούτων και λαχανικών και ύπνο με φρεσκαμέντο.
Κατουρέλια (τα), έτσι λένε τα αγγελόνια, που είναι κάτι λάχανα σαν οβριές.
Κατουρίστρες (οι), τα δημόσια ουρητήρια.
Κατουρίτας (ο), αυτός που κατουριέται, ο κατούρης.
Κατρεγάρης (ο), ο κατεργάρης | κατρεγαριά (η), η μπαγαποντιά | κατρεγαρίτικο (το), το ελλειματικό.
Κάτσα (η), το κυνήγι,“… τον εβάλανε στην κάτσα, μα δεν τον επιάκανε”.
Κατσαμπρόκα (η), το κατσαβίδι.
Κατσιά (η), η θέση, “.... άστα πάνω, αυτού είναι η θέση μου”.
Κατσικοκλάρι (το), ένας θάμνος με κίτρινα άνθια, που τον εμασούσανε οι κατσίκες. Συγγενεύει με το σπάρτο.
Κατσόμπαγκος (ο), ξύλινη κατασκευή όπου εκαθόντανε πολλοί μαζί στο τραπέζι. Τα σπίτια που είχανε γάμους,  εδανειζόντανε τέτοιους κατσόμπαγκους και τραπέζια, απ’ όλο το χωριό. Όσοι έχουνε τώρα κατσόμπαγκους, μπορεί να γράφουνε από κάτω τ’ όνομά τους.
Κατσούλι (το), ένα πανί που το βάνανε οι γυναίκες στο κεφάλι τους, αντίς για μπόλια |
το μιτσό γατί | ο καβαλάρης του σπιτιού. Ανάλογα με τσου καβαλάρηδες, το σπίτι είναι δικάτσουλο, τρικάτσουλο, κ.λπ.
Κατσούπια (τα), τα ασκιά, που εκουβαλούσανε οι παλαιοί καραγωγείς το λάδι στη χώρα. Ήτανε από δέρμα τράου και το ράβανε με ψιλό βελόνι ώστε να γίνει μέσο μεταφοράς. Στα κατσούπια αφήνανε και το ένα μπροστινό ποδάρι του τράου για γλούπο και για να βάνουνε το χωνί.
Κατώι (το), το ισόγειο του σπιτιού.
Κατώκλαρα (τα), τα κλαριά του δέντρου, που τα φταίνουνε από τη γης.
Κατωλάβρι (το), στο λουτρουβιό, το μέρος κάτω από τη βίδα που μαζώνεται το λάδι.
Καφένιος (ο), αυτός που έχει χρώμα καφέ.
Κάφυρα (τα), τα βρόγχια των ψαριών.
Καψερός (ο), αυτός που τονε βάρησε η κάψα | μτφ. ο καημένος.
Κεντάω το γαϊδαρο (έκφρ), τονε βαρώ για να προβατήσει.
Κεντινάρι (το), τα εκατό τεμάχια, (η έκφραση συνηθίζεται τώρα μόνο στα φυτώρια).
Κεντρίνα (η), η μέλισσα.
Κεντρόνι (το), ψάρι, είδος γαλέου.
Κέντρώνω (ρήμα), μπολιάζω | κέντρωμα (το), το μπόλι | κεντρώματα (τα), περιοχή στην κορφή του χωριού | κεντρωμάδες (οι), οι μιτσές νεοφυτεμένες ελιές.
Κεραμόδι (το), το κεραμίδι, “...τα όσπρια βράζουνε καλύτερα με νερό κεραμοδίσιο”.
Κεραντσάνα (η), η καλοκαιρία σε χειμωνιάτικες μέρες, οι αλκυονίδες μέρες, “… καλά που ήρθανε οι κεραντσάνες, να φύγει λίγο η υγρότη”.
Κερατάδες (οι), κάτι παλιά έντομα, που επηγαίνανε τσι σουκιές.
Κερδαίνω (ρήμα), κερδίζω.
Κέρκυρα (η), η πόλη | μτφ. λέγεται η φράση: “μέσα”, “… αν θα πας μέσα αύριο, φέρε μου μπαρουτόσκαγα”.
Κεροπάνι (το), ένας παλιός τρόπος που εκαθαρίζανε τα αυτιά. Επαίρνανε ένα κομμάτι μπαμπακέλα, το κάνανε σε σχήμα χωνιού και εστάζανε κερί. Ύστερα, ανάβανε τη μπαμπακέλα στο έξω μέρος και ο καπνός που επήγαινε στο αυτί, το καθάριζε.
Κεφαλάρια (η), η κεφαλαλγία.
Κίκαρα (η), το φλιτζάνι | κικαρί (το), το μιτσό φλιτζάνι.
Κίνα (η), ένα λικέρ για κοκτέιλ με αναψυκτικά, “... δώκε μου μία γαζόζα με κίνα”
Κινημένος (ο), αυτός που εξεκίνησε για κάπου.
Κίχλες (οι), τα πουλιά τσίχλες. 
Κιτρινούτσικος ή κιτρινούλικος (ο), αυτός που “φέρνειπρος το κίτρινο χρώμα.
Κιχλοκότσυφα (τα), κίχλες ανακατωμένες με κοτσυφούς.
Κλαδιές (οι), κληματόβεργες που τσι φυλάνε για νέο φύτεμα.
Κλάδος (ο), το κλάδεμα, “...από βδομάδας αρχινάει ο κλάδος”.
Κλανιόλα (η), υφασμάτινο σκεύος για να διώχνει ...τα κακά αέρια. Είχε παρουσιασθεί στο μουσείο στα Δανίλια.
Κλαούρω (η), αυτή που κλαίει, μτφ. η ευαίσθητη.
Κλάρες (οι), τα κλάματα, “… αναγκάστηκα να φύγω, γιατί το μτσό έβαλε τσι κλάρες”.
Κλαρίδα (η), κλαρί ελιάς, πιο μιτσό από τη λουμάκα.
Κλειδωνιά (η), η κλειδαριά.
Κλεισιά (η), γενικά το κλείσιμο | η παραμονή των ψαριών στα δίχτυα λόγω κακοκαιρίας.
Κλείσμα (το), ένα περιφραγμένο χτήμα με  πάνω από 50 ελιές | ο υποκλισμός.
Κλειώ (ρήμα), κλείνω.
Κλερονόμος (ο), ο κληρονόμος | όχι μόνο ο μοναχογιός, αλλά και αυτός που έχει μόνο αδερφές και όχι αρσενικά αδρέφια.
Κλέφτω (ρήμα), κλέβω, “… στο μαγαζί κλέφτουνε στο ζύγι”, | κλεψιμιό (το), η κλοπή | κλεψιμέϊκο (το), το κλεμένο. 
Κληρωτός (επίρ), ο κληρωτός στρατιώτης, αυτός που ήρθε η κλάση του να υπηρετήσει. 
Κλιτσιά (η), το άνοιγμα όσο αφήνουν τα δύο ποδάρια | κλιτσιά (τα), τα λεπτά και μακριά ποδάρια.
Κλιτσινάρι (το), μακριά προέκταση με γάντζο. Χρησιμοποιείται για να μαζώνουνε παυλόσουκα και για να τραβάνε τα κλαριά από τσι σουκιές. Κλιτσινάρια λένε και τα γράμματα που γράφουν οι γιατροί, δυσανάγνωστα σαν ορνιθοσκαλίσματα.
Κλίτσιος (o), μία προέκταση, όπως το κλιτσινάρι, για να κατιβάσουνε ένα κλαρί που δεν το φταίνουνε.
Κλόδα (η), η κόρα, το καρκάνι του ψωμιού.
Κλουδακάω (ρήμα), αναδεύω | κλουδάκιασμα (το), η ανάδευση του νερού μέσα στη λάτα. Οι γυναίκες που εκουβαλούσανε νερό με τη λάτα στο κεφάλι, εβάνανε μέσα και ένα κλαρί ελιάς για να μην κλουδακάει.
Κλωτσίδι (το), χτυπήματα με κωτσιές.
Κλωνί (το), ο μιτσός κλώνος | μτφ. η μικρή ποσότητα, “…φέρε μου ένα κλωνί μάλαθρο”.
Κλωσαριά (η), η κότα που κλωσάει τα αυγά.
Κλώστης (ο), κλωστικό εργαλείο. Με αυτό, εκλώθανε το γνέμα με προσοχή για να μην κάνει βερίνες (διπλωσιές), για να μπορούνε να το πλέξουνε | έντομο σε ελώδεις περιοχές. 
Κο (το), το ρέψιμο. “… βάστα το μιτσό ορθό, μέχρι να κάμει κο!”, “… έκαμε κό το τσαμένο”.
Κόβγω (ρήμα), κόβω | με κόφτει (έκφρ), με πονεί το στομάχι μου | μτφ. βαθμός εξυπνάδας, “… δεν του κόβγει αυτουνού”.
Κόβολο (το), η μιτσή πέτρα |κοβολίδι (επίρ), με τσι πετριές, “…τονε πιάκανε στο κοβολίδι και όπου φύγει φύγει”. | κοβολάδα (η), δρόμος ή πριαύλι στρωμένο με κόβολα.
Κογιονάρω ή κουγενάρω (ρήμα), κοροϊδεύω.
Κόθριγκας (o), το πρώτο γάλα μετά τη γέννα.
Κοιλόμπαχα (τα), τα πατσά, τα άντερα και το κουκουρέτζο (στομάχι). Όλα τα εντόσθια, εκτός από τα σκοτοπλέμονα και τη σπλήνα.
Κοιμήσης (επίθ), ο αποκοιμημένος, τα ζώα του αργά.
Κοκαρίκι (το), το κουκούτσι.
Κοκέτα (η), το μονό κρεβάτι | μτφ. η φιλάρεσκη γυναίκα.
Κοκικιά (η), ένα δέντρο με όμορφα ροζ άνθη και πλατιά φύλλα. Τα κοκικόφυλλα παλαιά τα κάνανε σβουρλιά, τα ξερένανε και τα βάνανε απάνω στο φτυάρι, όταν εκάνανε ψωμί | κόκικας (ο), ο καρπός τση κοκικιάς.
Κοκκαλώ (ρήμα), μααάω με τα δόντια μου κάτι σκληρό ή τραγανό, τρώω κάτι ωμό |
κοκκαλιστό (το), αυτό που τρώγεται ωμό, “…Ένας ζέγκουνας κοκαλιστός, με λίγο αλάτι και λίγο ξύδι, είναι ότι πρέπει για μαρέντα”.
Κοκκινάβαρη (η), ένα χρώμα κόκκινο που εσημαδεύανε τσι τάβλες, πριν τσι κόψουνε με το σαόνι.
Κοκκινάπιδα (τα), ποικιλία αχλαδιών.
Κοκκινογούλια (τα), τα παντζάρια.
Κοκκινόκολος, πουλί του βουνού.
Κοκολόϊ (το), όταν σωθεί η σοδειά, μπορεί κάποιος ελεύθερα να πάει να μάσει ελιές, όθε θέλει | κοκολόϊσμα (το), το διάλεγμα, η επιλογή | κοκολοΐστρες (οι), οι γυναίκες που κάνουνε κοκολόι.
Κόκορας ή κόκορος (o), το ασερνικό τση κότας | το δίπλωμα τση μέριζας στα μαλλιά. Τα μαλλιά εγενόντανε κόκορος ή καγιούρι | κοκορέλι (το), ο μιτσός κόκορος.
Κολάει ο γάϊδαρος (έκφρ), επειδή παλιά στο Απανωλίβαδο και στον Μπαλιόμυλο είχε πολλές λάσπες και οι γαϊδάροι εκολούσανε, λέγεται αυτή η έκφραση, όταν κάτι είναι πολύ και πηχτό, “… σου ‘βαλα ένα πιάτο, που κολάει γάϊδαρος”.
Κολαρίνα (η),  η γραβάτα, από την ιταλική λέξη colo που σημαίνει λαιμός.
Κολιάντσα (η), μία αρρώστια  των αρνιών.
Κολιατσίδα (η), ένα χόρτο με κάτι αγκάθια, που κολάει απάνω στα σκουτιά, σα τον τρυποσάκη.
Κολόβι (το), το μικρό γιομάρι.
Κολόκα (η), μία μεγάλη κολοκύθα με ιδιότυπο σχήμα. Ο κούτελας, είναι η μισή κολόκα.
Κολοκαψίδες (οι), οι αιμοροίδες. 
Κολόμπα (η), το μέρος του δέντρου που είναι μέσα στη γης, πριν από τσι ρίζες.
Κολομπίνια (τα), τα νεογνά, που είναι μέσα στη φωλιά.
Κολοπίμπιρη (η), τρόπος μαγειρέματος τση μανέστρας. Δεν υπάρχει συνταγή, απλά η ατάκα της Ρένας Βλαχοπούλου την έκανε όνομα. Έχει μεν ρίζες βενετσιάνικες, όμως είναι μανέστρα μονάτη, με τότσο κρεμμύδι και πολύ κακκινοπίπερο.
Κολορέντσα (η), αρρώστια των αρνιών, “… νιασμός και κολορέντσα, ελέγανε οι παλαιοί”.
Κολόριζο (το), η παραφυάδα, το κουλουκάδι.
Κολοσκέπα (η), η μικρή ποσότητα, “… έτο, έβαλα μία κολοσκέπα λάδι στα λάχανα”.
Κολοσούσα (η), η σουσουράδα.
Κολοφωτιά (η), η πυγολαμπίδα.
Κολοχτύπα (η), η αστακοκαραβίδα.
Κολπάρω (ρήμα), παθαίνω κόλπο | κόλπο (το), το εγκεφαλικό επεισόδιο.
Κολπύρω (ρήμα), απαντάται συνήθως στο τρίτο πρόσωπο. “… κοίταξε να το κολπύρει καλά τ’ αλάτι και το ξύδι”.
Κοματσούλι (το), το μιτσό κομμάτι.
Κομιντόρο (το), η ντομάτα | κομιντοριά (η), η ντοματιά | κομιντορίτσια ή κομιντορούλια (τα), τα μιτσά ντοματιά.
Κόμμα (το), όχι μόνο το σύμβολο τση γραμματικής και το πολιτικό κόμμα, αλλά και το κόψιμο, η κοψιά, “... αυτός ο κλώνος θέλει κόμμα”.
Κομός (ο), έπιπλο με συρτάρια, για την κάμαρη.
Κομπί (το), το κουμπί | κόμπα (η), το μεγάλο κομπί.
Κονέλι (το), το κουνέλι.
Κόνιδα (η), το αυγό τση ψείρας.
Κόνισμα (το), η εικόνα | τοποθεσία στου Κόρακα.
Κονταρεβάδος (ο), αυτός που κοντεύει να αρεβάρει.
Κόντεμα (το), ένα μικρό σκοινί για δετούρι.
Κοντζάμουσου (επίρ), πολύ μεγάλο.
Κόντο (το), ο λογαριασμός.
Κοντότα (η), η πάγια ετήσια αμοιβή γιατρού, για επισκέψεις ασθενών στο χωριό. Εγένονταν συμφωνία και με ένα βαρέλι λάδι το χρόνο, μία οικογένεια ήταν εξασφαλισμένη από ιατρικές επισκέψεις και φάρμακα.
Κοντραστάρω (ρήμα), αντιλέγω, αντιλογάω.
Κοντράτο (το), το συμβόλαιο.
Κοντρίνες (οι), οι κουρτίνες.
Κοντύλι (το), κάτι σα λάπη, που εγράφανε τα παιδιά στην πλάκα, στο σκολειό.
Κοντυλίζει (ρήμα), βγαίνει το νερό από τη βρύση σαν μία κλωστή ,“… το νερό τση βρύσης κοντυλίζει, μου κάζεται θα κοπεί”.
Κοπανίζω (ρήμα), βαρώ με τον κόπανο ή με άλλο αντικείμενο, “θα κοπανίσω εσήμερα τα ρεβύθια”. | κοπανιμένος (ο), αυτός που εκοπανήθηκε, “... έχω τα φασούλια μου ακοπάνιγα”.
Κοπελεύεται (έκφρ), παριστάνει την κοπέλα. Το λένε για μεγάλες σε ηλικία γυναίκες, που θέλουν να θυμούνται τα νιάτα τους.
Κοπελίτσι (το), η μιτσή κοπέλα.
Κόπια (τα), οι κόποι, “...επήγανε τα κόπια μου χαμένα”
Κοπίδα (η), ένα εργαλείο σα μεγάλος σουγιάς, που κόβουνε χόρτα.
Κοπιένω (ρήμα), έρχομαι, “...για κοπιάστε εδώ εσείς”.
Κοπλιμεντόζος (ο), αυτός που κάνει κοπλιμέντα.
Κοπραβέντης (ο), ο ειδικός σε αγοραπωλησίες ζώων.
Κοπριλίγκες (οι), οι ακαθαρσίες από τα αρνιά και τσι γίδες.
Κοπρίτης (ο), αυτός που είναι τσι κοπριές | ποικιλία μύκανα, μανιτάρι.
Κοπρομπούμπουλας (ο), ο σκαραβαίος.
Κορακίστικα (επίθ), ομιλία με την ένθεση μετά από κάθε συλλαβή του μόριου -κο.
Κορακοζώητος (επίθ), το μεγάλης ηλικίας άτομο.
Κόρδα (η), το τράβο, το ξύλο που απάνω του στερεώνονται τα νταβανόξυλα, ή το πάτωμα, … μες τ’ άναμα του χορού, εκόπηκε η κόρδα”  | η πυχτή σταγόνα, που κρέμεται από το τυρί | η χορδή τση κιθάρας.
Κορδώνομαι (ρήμα), καμαρώνω | κόρδωμα (το), το καμάρι.
Κορέλια (τα),  οι χάντρες που τσι περνούσανε σε γορδόνι, και τσι βάνανε  οι κοπέλες στο λαιμό τους. Εκάνανε κορέλια και με τρύπιες δεκάρες.
Κορέντε (επίρ), συνεχώς.
Κορκός (ο), ο κρόκος του αυγού.
Κόρνο (το), το κέρατο. 
Κορνούτο (το), το κέρατο | κορνούτος  (ο), ο κερατάς.
Κόρο (το), η χορωδία.
Κόρυζα (η), ασθένεια τσου κοτώνες | ο κοριός (ζωύφιο).
Κορφιλίδι (το), η κορφή του δέντρου.
Κοσκέρα (η), μία κατασκευή με ράφια και σίτα, για τη συντήρηση των φαγητών, της προ ψυγείων εποχής.
Κοσμούρα (η), ο πολύς κόσμος, η κοσμοσυρροή.
Κοτζάμουσου (άκλ. επίθ), πόσο μεγάλο.
Κοτί (η), η μιτσή κότα.
Κοτιλιά (η), ένα άγριο λάχανο.
Κοτίτσινα (επίρ), ορνιθοσκαλίσματα | χαρακτηρισμός για τα δυσανάγνωστα γράμματα που γράφουνε οι γιατροί.
Κοτοκόλοι (οι), τα χλωρά αμύγδαλα.
Κότολο (το), έτσι λέγανε οι παλιές τη φούστα στα Λεύκη και τσου Παξούς.
Κοτσιλιές (οι), οι ακαθαρσίες τσου κοτόνες.
Κοτσώνα (η), η κούκλα, | άγενο ζυμάρι σε σχήμα κούκλας, που επουλούσανε παλιά στα πανηγύρια | μτφ. επίθετο για τη λάτρα στο σπίτι, “… τα συγίρισες όλα, τάκαμες κοτσώνα”.
Κοτσώνια (τα), οι άσπρες μπαμπακένιες φούντες που είχανε στην άκρη οι μέριζες.
Κοτσωνοπάνια (τα), μιτσές λουρίδες από πανί, όπου οι κοπέλες εντύνανε τσι κούκλες.
Κουάδρο (το), το κάδρο.
Κουάρτο (το), το ¼ τση ώρας, “… άστα ορέ, η ώρα είναι δύο παρά κουάρτο, δεν θα προλάβεις”.
Κουβαλεί του χάρου νερά (έκφρ), κοντεύει να πεθάνει.
Κουγενάρω (ρήμα), κοροϊδεύω, μπρογιάρω.
Κουζάνι (το), ο μίσχος του φυτού.
Κουζινί (το), η μιτσή κουζίνα.
Κούκιος (ο), ονομασία ψαριού. Έχει μεγάλο κεφάλι και αντέχει πολλές ώρες έξω από το νερό.
Κούκος (ο), το ομώνυμο πουλί | ο βώλος, η μπίλια, ένα στρογγυλό που κουτουλάει.
Κουκούγερας (o), ο μασκαράς.
Κουκουγερόσουπο (το), η μάσκα του καρναβαλιού, το μουζέτο.
Κουκούδι (το), η εξωτερική πλευρά του τραύματος, που έχει σκληρή πέτσα.
Κουκούμα (η), το μπουρίκι, το μπρίκι.
Κουκουμάρι (το), ποικιλία μύκανα, μανιτάρι.
Κουκουνιάζω (ρήμα), κάθομαι κουκουνάκι | κουκουνάκι (επίρ), ο τρόπος που κάθονται, με λυγισμένα τα γόνατα.
Κουκουρέντζο (το), το στομάχι του ζώου.
Κούκουρο (το), το καρούμπαλο, “… από την κουτριά, του ασκώθηκε ένα κούκουρο τόοοσο”.
Κουκούτσα (η), η άγρια αγγινάρα. Το μωβ μαλλί της, το εχρησιμοποιούσανε οι παλαιοί για πιτιά του τυριού.
Κουλουκάδι (το), το κολόριζο τση αγκινάρας, αλλά και άλλων δέντρων.
Κουλούκι (το), το νεογέννητο κουτάβι.
Κουλούκια (τα), όχι μοναχά τα μιτσά σκυλίτσια, μόνε και τα ξερατά,“… επήγανε με ταξί κάποιανε στη χώρα για να γεννήσει, και στο δρόμο έκαμε κουλούκια”.
Κουλούμια (τα), τα σωρούλια χώμα,  που τραβιώνται από τσι ρίζες στ’ αμπέλια μετά τον τρύγο, για να μαζώνουνε νερό το χειμώνα. Την άνοιξη χαλάνε τα κουλούμια και τα κάνουνε νιατό.
Κουλουμπάρι (επίρ), σε σχήμα κουλούρας,  “… τον επόνουνε η κοιλιά του, και όλη τη νύχτα ήτανε κουλουμπάρι”.
Κουλουμώνω (ρήμα), γιομίζω πολύ, “… μάνα κουλούμωσέ μου το πιάτο, γιατί πεινάω πολύ”  | κούλουμο (επίθ), πολύ γιομάτο | κουλουμωσιά (η), το πολύ γιόμισμα | κουλουμοσίδι (το), το πολύ γιομάτο.
Κουλούρα (η), από μπαρμπαράλευρο παλαιά, εφτιάχνανε μία άγενη κουλούρα, την ετυλίγανε με κοκικόφυλλα και την εβάνανε στ’ αθράκια. Ύστερα από ώρα, την εκουνούσανε με το κασάρι. Αν εκουνιότανε αλάκερη, παναπεί ήτανε ψημένη.
Κουμουδέλα (η), η καθαρή νοικοκυρά.
Κουμπάσο (το), η πυξίδα.
Κουμπουρέλια (τα), τα μιτσά αδύνατα αστάκια, τα διγόνια από το γέννημα.
Κουναρώ (ρήμα), μεγαλώνω, | κουνάρημα (το), το μεγάλωμα, η ανατροφή.
Κούνι κούνι (έκφρ), το μονότονο κούνημα, “...κούνι κούνι ο γάϊδαρος, εγινήκανε τα σύκα μπλάθρι”.
Κουνιάκου (το), το κονιάκ.
Κούντουρος (ο), αυτός που υστερεί σε κάτι. “…εφέτος ορές παιδιά, από λεφτά είμαι κούντουρος”.
Κουντούτο (το), η καντούνα, το αποχωρητήριο.
Κούπα (η), το φλυτζάνι | μονάδα μέτρησης κρασιού, “… εκάτσαμε εχτές και έπιαμε, δέκα κούπες ο καθένας στην καθισιά μας” | κουπαδόρος (ο), αυτός που πίνει κούπες, “… είναι καλοί κουπαδόροι κι’ οι δύο τους” | κουπί (το), η  μικρή κούπα κρασί, “... ας πιούμε και ένα κουπί κρασί”
Κουπώνω (ρήμα), σκεπαίνω | κούπωμα (το), η τάπα, το βούλωμα.
Κούραμα (τα), τα κόκκινα φρούτα τσι κουραμιάς. Αλλού τα λένε κούμαρα.
Κούρα (η), η φροντίδα ανάνηψης του ασθενή |κουράντες (ο), προσωνυμία του γιατρού που κάνει κούρα στον ασθενή.
Κουρέματά σου (έκφρ), … δε βαριέσαι, “… κουρέματά σου και αβαδέματά σου”.
Κουρίδω (η), η κουρεμένη.
Κουρκουλώνομαι (ρήμα),  σκεπαίνομαι ίσιαμε απάνω, | κουρκούλωμα (το), το σκέπασμα μέχρι το κεφάλι, | καρκούλα (η), το πανί που σκεπαίνομάστενε, η κουκούλα.
Κουρμπάδο (το), αυτό που έχει κούρμπα.
Κουρούπα (η), ένα μποτήρι χωρίς χερούλια.
Κουρούτα (η), το πρόβατο χωρίς κέρατα.
Κουρτελάτσο (το), το σκεπασμένο πέρασμα, η στοά.
Κούρτη (η), η αυλή, το πριαύλι.
Κουσκούρενα (η), η γυναίκα από το σόι του Κουσκούρη.
Κουστουμάδος (ο), αυτός που φοράει κουστούμι.
Κουταλάκια (τα), εκτός από τα μιτσά κουτάλια που τρώμε το γλυκό, είναι και το άσκωμα τση μέσης, “… σύρε ορέ να φωνάξεις το Μπουρίτση, να μ’ ασκώσει τα κουταλάκια.
Κούτελας (o), είναι η μισή κολόκα. Με αυτό, βγάνουνε το λάδι από το κατωλάβρι.
Κουτέλικος (ο), ο χαμόκουτος, ο χαζούλης.
Κουτελίτης (ο), κρασί κακής ποιότητας που βαρεί στο κεφάλι.
Κουτιαίνω (ρήμα), αποβλακώνω, “… αυτός εκουτιάθηκε τέλεια” | κούτιακας (o), αυτός που κουτίζει.
Κουτίζω (ρήμα), κάνω κουτομάρες, συμπεριφέρομαι σαν κουτός | κουτομάρα (η), η κουταμάρα.
Κουτορήγω (η), η ελαφρόμυαλη.
Κουτουλάω (ρήμα), κατρακυλάω | κουτουλητά (επίρ), κατρακυλώντας | κουτουλητήτρι (το), ένα στρογγυλό εργαλείο με πρόκες, που εμαζώνανε παλαιά τσι ελιές.
Κουτούπα (η), είδος στρογγυλού ψωμιού, που το λέγανε και “λεφτή”. Τα ψωμιά εγενόντανε μπαστούνια ή κουτούπες (στρογγυλά καρβέλια).
Κουτουρού (επίρ), αμέτρητο.
Κουτράω (ρήμα), βαρώ κουτριά |κουτριά (η), η κεφαλιά, η κουτουλιά, “… από το κακό του, εβάρουνε κουτριές τσου πύργους”.
Κούτρι-κούτρι (έκφρ), δηλώνει αντίθετη άποψη, “… κούτρι-κούτρι, δεν ξέρεις τι λές, μου κάζεται ”.
Κουτσαμένος (ο), αυτός που εκουτσάθηκε.
Κουτσαντώνενα (η), η γυναίκα από το σόι του Κουτσαντώνη.
Κούτσι κούτσι (έκφρ), επιφώνημα προτροπής σε μιτσό σκυλάκι.
Κουτσό (το), το κλασικό παιδικό παιχνίδι.
Κουτσουκέλα (η), η ζημιά.
Κουτσούρεμα (το), το λιγόστεμα, το κόψιμο.
Κουτσοχερίζομαι (ρήμα), χάνω το βοηθό μου, το εργαλείο μου, “...εψόφησε ο γάϊδαρός μου και κουτσοχερίστηκα”.
Κουτσονόρικο (το), το κολοβό, το ζώο που εκόπηκε η ορά του.
Κουτσόποδας (ο), αυτό που μένει από το σταφύλι, άμα φύγουνε οι αράτες, το τσίπουρο.
Κούτσουλος (ο), τα ανθρώπινα κόπρανα, τα σκατά. Καμμιά φορά, για έμφαση λένε, “… κούτσουλος πιπεράτος”, ή λένε, “… φάε κουτσούλους”, ή λένε, “… κούτσουλος τραφίσιος”.
Κουτσούμπλι (το), το ελάττωμα καποιανού, που προσδίνεται με κουτσομπολιό.
Κούτσουπα (τα), τα χαρούπια. Έχουμε γειτονιά στο χωριό, που τη λένε Κουτσουπιά.
Κουφέτες ή κουφετίνες, το ποπ κορν.
Κουφολάχανα (τα), άγρια λάχανα.
Κόφινας (o), το μεγάλο κοφίνι.
Κοφινέτα (η), στο κέντρο τση πλατείας του χωριού, παλιά είχε μία σιδερένια κοφινέτα.
Κόψιμο (το), η κοπή | οι πόνοι στο στομάχι | το άδειασμα του βαρελιού σε νταμιζάνες, ή σε μικρότερα αγγιά.
Κράζω (ρήμα), φωνάζω κάποιονε, | στον τρίλιο, αγοράζω χαρτιά.
Κραμπί (το), το λάχανο που κάνουμε σαλάτα. Σε άλλα μέρη, το λένε “μάπα”. Είναι καλύτερα που εμείς το λέμε κραμπί, γιατί και στα αρχαία ελληνικά, λέγεται “κράμβη” | κραμπόφυλλα (τα), τα φύλλα του κραμπιού | κραμποτσίμουλες (οι), οι τσίμπουλες του κραμπιού, τα νέα βλαστάρια.
Κρασίλιας (επίρ), μυρωδιά από κρασί.
Κρασοπουλιό (το), το μαγαζί που πουλεί κρασί. Συνήθως έχει και ένα τραπέζι, όπου οι πελάτες επίνανε  ξεροσφύρι, το πολύ πολύ, με λίγο μπακαλάρο ξεφλιστό.
Κρατημάρα (η), τοπαράλυση των άκρων. Το λένε, άμα καμιανού του πέσει κάτι από τα χέρια | κρατημένος (ο), αυτός που τονε πονούνε τα χέρια ή τα ποδάρια του, “… μούδωκε μία ξυλιά δυνατήνε που με κράτηνε”.
Κράτσαλο (το), σφαιρικά λέγονται έτσι, τα χωριά Λάκωνες, Κρήνη, Μακράδες, Βίστωνας και Αλειματάδες, “… ο Ματσούκας επήγε στο Κράτσαλο για κάποιο προξενειό”.
Κρεατόπουλα (τα), τα κοτόπουλα που μεγαλώνουνε για παραγωγή κρέατος.
Κρεβατίνα (η), η κληματαριά, η περγουλιά, η πέργολα.
Κρεβατσούλι (το), το μιτσό κρεβάτι.
Κρεμάθα (η), η πλεξίδα, με αστάκια γέννημα ή κρεμμύδια ή σκόρδα.
Κρεμαστάλιση (η), ο άλυσος που εκρεμόντανε πάνω από την ογνίστρα και εκρεμούσανε την πινιάτα.
Κρεμμυδοκανούλα (η), η ζαμπούνα του αρσενικού κρεμμυδιού.
Κρεπάρω (ρήμα), από το ιταλικό ρήμα crepare, που σημαίνει σκάω., “… να σκάσεις και να κρεπάρεις”.
Κρησάρα (η), η πνυκάδα, η σίτα.
Κριάς (το), το κρέας | κριάτα (τα), τα κρέατα.
Κρίθα (η), ότι και το κριθαράκι, ερέθισμα του ματιού.
Κριθαράκι (το), εκτός από μανέστρα, είναι και το ερέθισμα του ματιού. Ελέγανε πως για να σου περάσει το κριθαράκι, ήπρεπε να σε μουτζώσει τρεις φορές, ένας που είναι πρωτότοκος στην οικογένειά του.
Κρίτσι-κρίτσι (έκφρ), το λένε για να μην πιάκει η βρισιά.
Κρούβω (ρήμα), κρύβω | κρούβι (το) ή κρουβιτσιάνα (η), το γνωστό παιδικό παιχνίδι κρυφτό | κρουμένος (ο), ο κρυμένος, “…εκρουφτήκανε τσι σφαλιές”.
Κρουζιά (η), ένα χόρτο που βγαίνει στ’ αγριώματα. Οι παλιές γυναίκες τη χρησιμοποιούσανε και σαν αιμοστατικό, όταν εκοβγόντανε με το δραπάνι τους.
Κρούσα (η), το μιτσό μπαγκουλί | μτφ. το αυτοκίνητο κούρσα, | μτφ. το επιβατηγό ΙΧ.
Κρυαδερνή (επίθ), η μέρα που κάνει κρύο.
Κρυγιώνω (ρήμα), κρυώνω | κρύγιο (το), το κρύο.
Κρυότη (η), η ιδιότητα του κρύου.
Κυριακάδες (οι), οι Κυριακές
Κωδώνι (το), το κουδούνι.
Κωσταντής (ο), ο Κώστας.
Κωτσής (ο), ο Κώστας.

ΛΑΜΔΑ
Λαβέτζα (η), η κατσαρόλα | λαβετζί (το), το μιτσό κατσαρολί.
Λαβομάνο (το), μία εμαγιέ ή πορσελάνινη λεκάνη για το πλύσιμο των χεριών.
Λάγιο (το), το μαύρο, “... η λάγια και η κουρούτα (πρόκειται για αρνιά), εξεκόψανε από το κοπάδι”.
Λάγκερο (το), το νερωμένο κρασί.
Λαδάκονο (το), ήτανε μία πέτρα πρασινωπή, που τση ρίχνανε μία λιπίδα λάδι και ετροχίζανε τα μαχαίρια.
Λαδιά (η), λέρωμα  από λάδι | η επιφάνεια τση θάλασσας, όταν οι μούτσοι εβαρούσανε σάλτα στο ίδιο σημείο.
Λαδογανιά (η), η γανιά, ανακατωμένη με λάδι, για να μη βγαίνει. Τηνε βάνουνε τσι Απόκριες, όταν γένονται οι κουκουγέροι.
Λαδοφάναρο (το), το φανάρι που παίρνανε οι αγγιστρολόοι. Ήτανε λάτινο και είχε γιαλιά τσι τέσσερις μπάντες. Στη μέση, ήτανε στερεωμένο το λουμί με το λάδι
Λαδοφωτιές (οι), οι φωτιές που ανάβανε με λάδι και είχανε 1 ή 2 ή 4 φυτίλια. Μερικοί, είχανε και πετρολοφωτιές πολυτελείας με λαμπόγιαλο.
Λαθίρια (τα), τα μοσχομπίζελα, όσπρια που το σπυρί τους είναι πλατσουκό.
Λαιμαριά (η), δερμάτινο λουρί που το βάνουνε στο λαιμό ζώων για να τα ζέψουνε (βόϊδια), ή για να τα σέρνουνε (σκυλιά).
Λακινιά (η), η πολλαπλή εγκυμοσύνη.
Λακούδια (τα), οι μικροί λάκκοι | μονάδα μέτρησης για το φύτεμα τση πατάτας, “… έβαλα εχτές διακόσια λακούδια πατάτες”.
Λάκουρο (το), το σβέρκο, ο αυχένας.
Λάλα (η), η κάμπια.
Λαλούκα (η), η τσούτσα, η πιπίλα.
Λάμνω (ρήμα), τραβάω κουπί.
Λάμπα (η), η φλόγα τση στιάς, η λάμπα που φωτίζει.
Λάμπατα (τα), οι πυροβασίες, που γένονται την παραμονή του Άι Γιάννη, τσι 24 του Θερτή. Ανάβανε παλαιά τρεις φωτιές στη σειρά, τσι οποίες εβάνανε να κάψουνε και τα στεφάνια του Μαγιού –όσοι είχανε- και εβαρούσανε σάλτα. Ελέγανε, πως οι ανύπαντροι νέοι, θα δούνε το βράδι στον ύπνο τους, το ταίρι τους | λαμπατίνες (οι), τα βεγγαλικά ή ότι παρόμοια βγάνουν λάμπες.
Λάμπης (ο), ο Χαράλαμπος. 
Λαμπίτσα (η), η λάμπα που βάνουνε στο φακό.
Λαμπόγιαλο (το), το γιαλί τσι λάμπας πετρελαίου.
Λαμπριά (η), η Λαμπρή, το Πάσχα.
Λαμπροντόρος (ο), είδος μπακαλάρου. Είναι ο μπακαλάρος που ψαρεύεται στη χερσόνησο Λαμπραντόρ του Καναδά.
Λαμπυρίζω (ρήμα), λάμπω σα φωτερό.
Λάντσα (η), ένα μακρύ ξύλο, το μεγάλο ξύλο στο γεράνιο.
Λαοζέγκουνα (τα), λάχανα, που τα τρώνε οι λαγοί και σ’ άλλα μέρη τα λένε γαλατσίτες ή λαγόψωμα.
Λαός (ο), ο λαγός.
Λαουδίζω (ρήμα), απαντάται στο τρίτο πρόσωπο, “… λαουδίζει τ’ αυτί μου, κάτι θ’ ακούσω”.
Λαουρέντης (ο),  ο εργάτης που κάνει μάλτα, ο βοηθός τση οικοδομής.
Λάπα (η), η πύρα, η φλόγα. 
Λαπάντε (επίρ), μικρής οξύτητας καθαρό χωρίς κατακάθι. Για λάδι, το μικρής οξύτητας.
Λάπατο (το), ένα λάχανο.
Λάπη (η), το μολύβι.
Λαρνάκι (το), ένα μαρμαρένιο αγγιό που εποτίζανε τα ζα.
Λάστρικο (το), το λάστιχο.
Λάτα (η), η ψιλή λαμαρίνα, ο ντενεκές που βάνουμε λάδι ή τυρί|λατόνι (το), η μικρή λάτα, που κάνει ο λατονιέρης|λάτινο (το), το καμωμένο από λάτα|λατονιέρης (ο), αυτός που κάνει αγγιά από λαμαρίνα, λάτες, μαστέλα, σγόρνες και άλλα παρόμοια.
Λάτωμα (το), το ελάττωμα|λατωμένος (ο), ο άνθρωπος που έχει ελλατώματα, ο ιδιότροπος.
Λαυρί (το), αγγιό για λάδι|κατωλαύρι (το), στο λουτρουβιό, η αποθήκη λαδιού που είναι κάτω από τη βίδα.
Λάχανα (τα), τα χόρτα που μαγειρεύουμε | λαχανόζουμο (το), το νερό που βράζουμε τα λάχανα. Οι παλαιοί επίνανε το λαχανόζουμο, βάνοντάς του μέσα λίγο κρασί, ή το δίνανε να το πιεί ο γάϊδαρος. 
Λαχτίζω (ρήμα), κλωτσάω, (μτφ) ταλαιπωρούμαι, “... ελάχτισα να τα καταφέρω”.
Λέανδρος (ο), ο θάμνος πικροδάφνη, με άσπρα, κίτρινα ή κόκκινα λουλούδια.
Λεβίθες (οι), κάτι μεγάλοι σκουλήκοι σα μιτσά φίδια, που ήτανε τα χρόνια τση πείνας, στα άντερα τσου μιτσώνες και που τσι τρώγανε οι κότες.
Λέγα (η), ο μεζές, “… η μανέστρα να μην είναι μονάτη, νάχει και λίγη λέγα”.
Λείψη (η), η χάση του φεγγαριού.
Λεκάνιο (το), μία αρρώστια τση ελιάς.
Λένη (η), η Ελένη.
Λέξες (οι), οι λέξεις.
Λευκάργα (η), αργιλώδες πέτρωμα, πηλός | τοποθεσία του χωριού.
Λεφτάρικο (το), το χαρτονόμισμα.
Λεφτερίδα (η), έντομο που πιένουνε οι πατάτες.
Λεφτέρω (η) η Ελευθερία.
Λεφτή (η), ένα μικρό ψωμί σα λαγάνα, που το βάνανε οι φουρναραίοι μπρι φουρνίσουνε το ψωμί, για να δούνε αν έκαψε ο φούρνος | η κουτούπα, το στρογγυλό ψωμί.
Λεφτοκάρια (τα), τα φουντούκια.
Ληστάδες (οι), οι ληστές.
Λιανίζω (ρήμα), τσακίζω, κόβω σε μιτσά μπουκούνια | λιανίστηκα (ρήμα παθ.), έπεσα και εβάρησα.
Λιανόβροχο (το), η ψιχάλα.
Λιανομαρίδα (επίρ), οτιδήποτε μικρό, μικρά παιδιά, μικρά κέρματα, κ.λπ.
Λιανολιές (οι), οι μιτσές, λιαπαδίτικες ελιές|αντθ. χοντρολιές.
Λιανοτάρια (τα), τα ψιλά κέρματα.
Λιαντούρα (η), η μικρή βροχή με ηλιοφάνεια, “… ήλιος και βροχή παντρεύονται οι φτωχοί”. 
Λιάρδα (η), παλιά μονάδα μέτρησης υφάσματος. Οι πρεματσούληδες παλιά, επουλούσανε με τη λιάρδα. Είναι η αγγλική γιάρδα.
Λιάστρος (ο), η αγριλιά, η αρσενική ελιά.
Λιβαδιώτσα (η), η προερχόμενη ή αυτή που μένει στό το λιβάδι.
Λιβανοσουκιά (η), μία σουκιά παρόμοια με τη μαυροσουκιά. Κάνει μιτσά σύκα τον Άγουστο, που ρουμαίνουνε τα Χριστούγεννα | λιβανόσουκα (τα), τα σύκα τση λιβανοσουκιάς.
Λιγκιό (το), ο λόξυγκας.
Λιγοψυχάω (ρήμα), δειλιάζω
Λιέται (ρήμα), λύνεται, “… αυτός ο κόμπος, δε λιέται εύκολα”.
Λιθάρια (τα), τα λιθάρια που είχανε τσι αλεστικές και αλέθανε τσι ελιές | οι πολύ μεγάλες πέτρες.
Λιθιά (η), το χτίσιμο με πέτρες, χωρίς μάλτα | η ξερολιθιά.
Λικάζω (ρήμα), λερώνω|λίκασμα (το),  ένα μπουμπούκι στο δέρμα.
Λικάσιονας (o), ο γυμνοσάλιαγκας, ένα ζώο που μοιάζει με μπόμπολα ζώρκο.
Λικούμι (το), το λουκούμι.
Λιμά (τα), τα φύλλα τση τράπουλας, που δεν έχουνε πόντους|αντθ. μαγκιόρα.
Λιμασμένος (ο), ο πεινασμένος, ο στερημένος.
Λιμπά (τα), οι όρχεις, τα αμελέτητα. 
Λιμπίζομαι (ρήμα), λαχταράω …“δε βάνω τα λεφτά μου στην τράπεζα, μη πάει και τα λιμπιστεί ο τραπεζίτης”.
Λιμπρέτο (επίθ), μισάνοιχτο, “...άφηκε το παράθυρο λιμπρέτο”.
Λινιά (η), το σχοινί.
Λινιές (οι), ένας τρόπος ψαρέματος με χοντρή καθετή. 
Λιόκλαρα (τα), τα κλαριά τση ελιάς.
Λιόκρουση (η), το λιοπύρι.
Λιόριζα (η), η ρίζα τση ελιάς.
Λιόστα (τα), τα στερεά απόβλητα του λουτρουβιού, από το ζύψιμο του καρπού τση ελιάς.
Λιπίδα (η), η σταγόνα, “… ρίξε μου μία λιπίδα λάδι στα λάχανα”.
Λιπίδι (το), το ξυραφάκι.
Λιπιδόνι (το), η κλωστή που κρέμεται από κάποιο πανί.
Λιπωσιά (η), το πάχος. Τα αδύνατα παιδιά, έπρεπε να τρώνε και κρέας για να πιάκουνε λιπωσιά, και όχι όλο λάχανα και πατάτες.
Λίτρα (η), η μονάδα βάρους μέτρησης, πριν έρθει το κιλό.
Λιχουδιάρης (ο), αυτός που του αρέσουνε οι λιχουδιές.
Λοβίδια (τα), οι φρέσκοι καρποί των οσπρίων, πριν ξυποριστούνε (κουκιά, μπίζης, φασουλάκια, ρεβύθια κ.λπ. 
Λόβρα (η), η βρωμιά.
Λογιάζω (ρήμα), υπολογίζω | λογιάζω λογιάζω (έκφρ), νομίζω, μου κάζεται.
Λογιστάδες (οι), οι λογιστές.
Λογιών των λογιών (έκφρ), μεγάλη ποικιλία.
Λοιπόμ (επίρ), λοιπόν. 
Λόλος, Λόλα, ο Θοδωρής, η Θοδώρα.
Λότα (η), μεγάλος άσβολας από χώμα, που το εχρησιμοποιούσανε αυτοί που εκάνανε μπουέτες.
Λουβί (το), το περικάλυμμα των οσπρίων.
Λουμάκα (η), το κλαρί.
Λουμί (το), το αγγιό με το λάδι, που άναβε στη μέση του λαδοφάναρου.
Λούμπα (η),  η λακκούβα με νερό | λουμπί (το), η μιτσή λακούβα.
Λουξ (το), η λάμπα με υγραέριο ή καρμπούρο (ασετυλίνη).
Λουρί (το), η ζώνη, ο ιμάντας.
Λούστρο (το), το λείο, το γυαλιστερό.
Λουτρουβιό (το), η επιχείρηση που αλέθει τσι ελιές και βγάνει το λάδι. Τα λιθάρια
εγυρίζανε με άλογα, ενώ τον εργάτη τον αμπώνανε οι λουτρουβαραίοι. Τα λουτρουβιά είχανε δύο λιθάρια | λουτρουβιάρης (ο), ο εργάτης που δουλεύει σε λουτρουβιό.
Λουτρουγιά (η), η λειτουργία.
Λουτσίντα (η), ένα καράβι που πήγαινε παλιά Κέρκυρα - Ηγουμενίτσα . Με αυτό το όνομα, ήτανε μία κοινή γυναίκα στη χώρα, με παράξενα βαψίματα και στολίδια.
Λύκος (ο), ο αυχένας,“… έπεσε στη γης καί έβγαλε το λύκο του”  | λύκος (ο), ένα ζιζάνιο που βγαίνει στα κουκιά και έχει ένα χρώμα μαύρο σαν καρβουνόσκονη.
Λύσσα (η), εκτός από την ομώνυμη αρρώστια του σκύλου, είναι ένα κάρο με άλογο, που επήγαινε στη χώρα με εμπορεύματα και έφερνε παραγγελίες.
Λυώ (ρήμα), λύνω.

ΜΙ 
Μα τον Άγιο (έκφρ), όρκος.
Μαβλίζω (ρήμα), κράζω, καλώ|μάβλισμα (το), το κράξιμο | μαβλίστρα (η), η σουρήχτρα που καλούνε τα πουλιά.
Μαγάρι (επίρ), μακάρι.
Μαγδάλω (η), η Μαγδαληνή.
Μαγνάδι (το), το αραιολεγμένο ύφασμα.
Μαγείρεμα (το), η παρασκευή του φαγητού |τα χρόνια τση πείνας, σε μία λαβέντζα εβράζανε νερό και ερίχνανε αλεύρι από γένημα. Εγενόντανε έτσι ένας θρεφτικός χυλός.
Μαγειριό (το), η κουζίνα.
Μάγια (η), η τσούκνινη φανέλα που έμπαινε κατάσαρκα.
Μαγιατσέλα (η), ποικιλία απιδιάς, που ρουμένει το Μάη.
Μαγκιόρα (τα), τα καλά | τα φύλλα τση τράπουλας που έχουνε πόντους | αντθ. λιμά.
Μαγκούνα (επίθ), το πολύ πρικό, δηλητήριο. Τα τρία επίπεδα πρικάδας είναι: (αρμυρό – λύσσα – μαγκούνα).
Μαγουλίτες (οι), η παρωτίτιδα.
Μαδά (έκφρ), ναι, με … ειρωνεία.  
Μαζώνω (ρήμα), μαζεύω,|μάσε (ρήμα προστ), μάζεψε | μάσιμο (το), το μάζεμα.
Μαϊμουδί (το), η μιτσή μαϊμούδα.
Μαϊνάρω (ρήμα), καταφέρνω, “...αυτήνε μοναχά το ξύλο τηνε μαϊνάρει”
Μαϊστρελάδα (η) ή μαϊστρέλι (το), υποκοριστικά του Μαΐστρου | Μαΐστρος (ο), για τους Λιαπαδίτες της Γερμανίας, ο προϊστάμενος. 
Μαϊτζάρω (ρήμα), χειρίζομαι | μαΐτζο (το), το συγίριο. 
Μακαροντσίνι (το), το κοφτό μακαρονάκι.
Μακαρούνια (τα), τα μακαρόνια.
Μακελάρης (ο), ο χασάπης. 
Μάκενα (η), η αλεστική μηχανή.
Μακρυέλικα (επίρ), αρκετά μακριά | μακρύωμα (επίρ), μακριά, “… βαριώμαι να πάω τόσο μακρύωμα”.
Μαλαθράκι (το), το σύγκαμα τσου μιτσώνες.
Μάλαθρο (το), το μάραθο.
Μαλίνια (η), το δυνατό κρύο.
Μαλλιερίτας (ο), αυτός που είναι μαλλιαρός, που έχει πολλά μαλλιά.
Μαλλιεροσουκιά (η), ποικιλία σουκιάς, | μαλλιερόσουκα (τα), τα σύκα τση μαλλιεροσουκιάς.
Μάλτα (η), η λάσπη τση οικοδομής.
Μαλτσιάζει η ντομάτα (έκφρ), είναι μολάδα, είναι πολύ ώρουμη.
Μάμα (η), ο πρόλοβος τση κότας.
Μάμαλο (το), η επιστροφή των κυμάτων τση θάλασσας, από τα βράχια.
Μαμουνάς ή μαμωνάς (ο), ο σατανάς.
Μανάλι (το), το κηροπήγιο.
Μανέστρα (η), τα ζυμαρικά γενικά. “… εσήμερα εκάμαμε μανέστρα κολοπίμπιρη”.
Μανίτσα (η), η χειρολαβή.
Μανιφατούρα (η), το εργόχειρο.
Μανός (ο), η εξωτερική πλευρά του μανωμένου διχτιού.
Μαντάκα (η), λίγα πράματα τυλιμένα σ’ ένα πανί. 
Μάντε (η), η Αδαμαντία, η Διαμάντω.
Μαντζάρω (ρήμα), τρώω.
Μάντο (το), το πέπλο.
Μαντύας (ο), η χλαίνη, ο ταμπάρος.
Μανωμένο δίχτυ (το), ένα τριπλό δίχτυ για ψάρεμα | αντιθ. αμάνωτο.
Μάος (ο), ο μάγος | μάϊσα (η), η μάγισα | μαϊκό (το), το μαγικό, το τρικ.
Μαργώνω (ρήμα), μουδιάζω από το κρύο,“…είχε τέτοια παωσιά εσήμερα, που εμαργώσανε τα χέρια μου” | μάργωμα (το), η παωσιά.
Μαρέντα (η), το κολατσιό.
Μαρίγια (η), η Μαρία, “... ορή Μαρίγιαά, κατήβα εδώ να σου πώ.”
Μαριγώ (η), η Μαρία.
Μαρίδι (το), η μιτσή μαρίδα | μτφ. το … πουλί του μιτσού παιδιού “… επροβάτουνε με τα τέσσερα και εκρεμόντανε το μαρίδι του”.
Μάριω (η), η Μαρία. Σε κάποιες παλιές Λιαπαδίτσες, εφάνηκε παράξενο που ένα αρσενικό παιδί, το βαφτίσανε Μάριο!
Μαρκαντικό (το), το εμπορικό κατάστημα.
Μαρμαρένιο (επίθ), καμωμένο από μάρμαρο.
Μαρόκια (τα), ξύλα μεσαίου μεγέθους, πιο μιτσά από γογγύλι | συνεκδχ. λένε και τσι μιτσές πέτρες.
Μαρονιά (η), ποικιλία σουκιάς | μαρόνια (τα), τα σύκα τση μαρονιάς.
Μαρουδιά (η), ένα μικρό μπαμπάι, σαν αράχνη, που είναι σε μία τρύπα, κάτω από τη γης, που τη βγάνουνε μ’ ένα σαλιωμένο χόρτο. Στα Λεύκη και τσου Παξούς, τηνε λένε χηρολάμπα. Σ' άλλα μέρη τηνε λένε μαρμάγκα.
Μάρσια (η), το εμβατήριο.
Μάσινα (η), η μηχανή | μασίνι (το), το μοτέρ.
Μάστακας (o), η ακρίδα | μαστακίδι (το), ο μιτσός μάστακας. 
Μαστάρι (το), το βυζί.
Μαστέλο (το), το ξύλινο ή λάτινο δοχείο που εκάνανε μπουγάδα.
Μαστελόταβλα (η), η τάβλα που ακουπούσανε στο μαστέλο και επλένανε τα σκουτιά.
Μάστρα (η), η μοδίστρα.
Μαστραπάς (o), το μπουκαλέτο, η καράφα, η μεγάλη μπουκαλίνα.
Ματαβλέπω (ρήμα), ξαναβλέπω.
Ματαγέρνω (ρήμα), ξαναγυρίζω.
Ματακάνω (ρήμα), ξανακάνω.
Ματακύλισμα (το), η υποτροπή μιας αρρώστιας.
Ματανοιώνω (ρήμα), μετανοιώνω, “...εματάνοιωσε στη φτιμή, μα ντρέπεται να το πει”.
Ματαπάω (ρήμα), ξαναπηγαίνω.
Ματαπίνω (ρήμα), ξαναπίνω.
Ματάσυρμα (το), το βγάλσιμο και η επανατοποθέτηση των κεραμιδιών στη σκέπη. Αυτή η δουλειά γένεται κάθε τόσο, για να φύγουν τα τσακισμένα κεραμίδια, και τα σανούδια που έχουνε κουβαλήσει οι σπουργίτοι.
Ματατρώω (ρήμα), ξανατρώγω.
Ματαφέρνω (ρήμα), ξαναφέρνω.
Ματαφεύγω (ρήμα), ξαναφεύγω.
Ματζουράνα (η), το κυκλάμινο.
Ματοκολίδα (η), το κλαρί, η λουμάκα.
Μάτσα (η), η βαρειά, η βαρειοπούλα.
Ματσακάνια (τα), οι μικρές πέτρες.
Ματσουκώνω (ρήμα), βαρώ με το ματσούκι | ματσούκι (το), το παλούκι.
Ματσουρίνια (τα), χαϊδευτικά τα μάτια, “…κλειούνε τα ματσουρίνια του”.
Μαυράδα (η), η κακοσυνεφιά, το μαύρο χρώμα του ουρανού.
Μαυριδερνό (επίθ), μαυρούλικο.
Μαυροζάγανο (το), πουλί του βουνού.
Μαυροσουκιά (η) ποικιλία σουκιάς | μαυρόσουκα (τα), τα σύκα τση μαυροσουκιάς.
Με κάνανε από τίποτα (έκφρ), λένε που δε φελάω.
Με σκότισες (έκφρ), με σύγχυσες.
Με χαλάει (έκφρ), μου φέρνει τάση για εμετό.
Μέγκλα (η), η τελευταία μόδα, “… είναι ντυμένος τση μέγκλας, δηλαδή τση κόλας”.
Μελανοβαγιάνα (η), το ψάρι βαγιάνα, που έχει στο λαιμό, ένα μελανί σημείο.
Μελαντονιά (η), ποικιλία σουκιάς|μελαντόνες (οι), τα σύκα τση μελαντονιάς.
Μελιδόνια (τα), είδος μερμηγκιών.
Μελισσιά (η), το λιωμένο δόλωμα που ρίχνουν στη θάλασσα, για να μαζωθούν ψάρια. Το λένε και μαλάγρα ή μπρούμι.
Μελούρα (η), η μελίγκρα των φυτών.
Μεμέ (το), το γυναικείο στήθος που βγάνει γάλα.
Μενάρω (ρήμα), μαλακίζομαι | μενάρισμα (το), η μαλακία.
Μενίδα (η), μικρό ψάρι, το αρσενικό τση μένουλας.
Μένουλα (η), μικρό νόστιμο ψάρι. Αν  είναι και αβγωμένη, τόσο το καλύτερο|μενουλίδι (το), η μιτσή μένουλα.
Μέριζα (η), μία μπαμπακένια γορδέλα, που κατέληγε σε δύο φούντες και οι παλιές Λιαπαδίτσες, ετυλίγανε τα μαλλιά τους.
Μερμηγκιάζω (ρήμα), απαντάται σε τρίτο πρόσωπο, “… εμερμήγκιασε το ποδάρι μου”.
Μερμήγκοι (οι), τα μερμήγκια.
Μερτικό (το), το μερίδιο.
Μεσινέζα (η), η πετονιά.
Μεσορόκετο (το), το μισοφόρι.
Μεταλαβιά (η), η ιερά μετάληψη, η θεία κοινωνία. 
Μετανίζω (ρήμα), κάνω μετάνοιες από ύπνο.
Μετζάδο (το), το σπίτι, “… ώρα να πάμε στο μετζάδο μας”.
Μέτζιμιας (επίρ), με τη μία φορά, μία και καλή.
Μετζίνα (η), η βενζίνη | το καΐκι που κινείται με βενζίνη.
Μετζοσιόλα, η μισή σόλα.
Μέτρης (ο), ένα τυποποιημένο μέτρο συγκεκριμένης απόστασης.
Μήκιος (ο), ο Μιχάλης.
Μηλοβαγιά (η), το φασκόμηλο. Στα Λεύκη τηνε λένε μηλασφάκι και τσου Παξούς χαμαστακίδι.
Μήλω (η), η Αιμιλία.
Μηνάω (ρήμα), στέλνω μήνυμα.
Μηριά (τα), τα μπούτια. 
Μητρικιά (η), η μητρομανής γυναίκα.
Μητσιάλης (ο), ο Δημήτρης.
Μήτσος (ο), ο Δημήτρης.
Μια πάντα κι άλλη (έκφρ), διαμπερές.
Μία ώρα να κάτσει ο ήλιος (έκφρ), μία ώρα μπριχού να δύσει ο ήλιος.
Μία ώρα να φέξει (έκφρ), μία ώρα μπριχού φέξει. 
Μηρόκολα (τα), οι γλουτοί.
Μιλιόρα (η), η προβατίνα που εγέννησε για πρώτη φορά.
Μισιακό (το), μισό-μισό. Μπορεί νάναι και τριτάρικο, δύο με ένα μερτικά
Μίσκατο (το), περιπαικτικά το πολύ μιτσό, “… για ιδές πως εμεγάλωσε το μίσκατο”.
Μισκοβολάει (ρήμα), μυρίζει ωραία | μισκοβολία (η), η μοσχοβολιά.
Μίσο σάκια (έκφρ), αν σου αρέσει. 
Μισόλατα (η), η μισή ξέστα.
Μισοπέλαγα (επίρ), στη μέση του πελάου. 
Μισοσάμαρα (έπιρ), αυτός που κάθεται απάνω στη σαμάρα.
Μισοσπορίτσα (η), γιορτάζεται τση 23 Νοεμβρίου, όπου στα παλιά σπίτια ετρώγανε πολυσπόρι, δηλαδή διάφορα όσπρια μαζί.
Μισοφούντι (το), ένας κλώνος ελιάς που πέφτει στο χτήμα του γειτόνου.
Μιχαήλης (ο), ο Μιχάλης.
Μπελαντσάρω (ρήμα), ζυγίζω | μπελάντσα (η), η ζυγαριά.
Μόδι (το), μονάδα μέτρησης. Ένα μόδι, είναι δέκα λάτες στάρι ή γένημα ή φασούλια.
Μολάδο (το), το μαλακό, αυτό που δεν είναι πλέριο.
Μολέρνω (ρήμα), αφήνω, “… το παιδί εμολάρθηκε, προβατεί μοναχό του” |μολαρτός (ο), ο λυτός, ο αφημένος |τηνε μόλαρε (έκφρ), την άφηκε.
Μολογάω (ρήμα), μαρτυράω| μολοίστρης (ο), ο μαρτυριάρης | μολοίστρικο (το), το μαρτυριάρικο.
Μομέντο (το), η στιγμή. 
Μομό (το), το τραύμα για τα μιτσά παιδιά.
Μόμολα (η), η μαϊμού. Χρησιμοποιείται και σαν βρισιά, “… είδες τι μούκαμε η μόμολα;”
Μονάλλαο (το), το ρούχο που φοριέται συνέχεια πλύνε βάλε.
Μονάτο (επίθ), σκέτο, “… εσήμερα εφάγαμε μακαροντσίνι μονάτο, χωρίς τσίτσι”.
Μοναχά (έκφρ), μόριο συγκατάβασης,- θάρθετε ορές αύριο στη χώρα;- Μοναχά!
Μόνε μόνε (έκφρ), μεγάλη αντίθεση.
Μόνε, αντιθετικός σύνδεσμος, που ενώνει μία αρνητική και μία θετική δευτερεύουσα πρόταση. Για μεγαλύτερη αντίθεση, λέμε “…μόνε κάνε”.
Μονέδα (η), το χρήμα.
Μονολίθι (το), λουτρουβιό με ένα λιθάρι.
Μονομερίδες (οι), ελέγανε οι παλιοί, ότι ήτανε κάτι φίδια με δύο κεφάλια που δεν υπάρχουνε τώρα, “… οχιές και μονομερίδες να σε φάνε”.
Μονομερνά (επίρ), μέσα σε μία μέρα. 
Μόντες (o), το μέρος που βάνουνε τσι ελιές πριν τσι στείλουνε στο λουτρουβιό.
Μορόζα ή αμορόζα (ος) (επίθ), η γκόμενα, η ερωμένη, ο γκόμενος ή ο ερωμένος αντίστοιχα. Για να ισχύει το επίθετο, πρέπει ο ένας από τσου δύο, να είναι παντρεμένος.
Μοροφίντο (το), το χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια, που παλιά ήτανε πύργος από καλάμια καρφωμένα και μπουκαρισμένα.
Μόρσα (η) η μέγγενη.
Μόσκεμα (επίρ), ογρός, βρεμένος,“... όσο νάρθω από το φόρο, εγίνηκα μόσκεμα”. |μοσκεμένος (ο), ο ογρός.
Μοσκέρα (η), ένα ξύλινο τελάρο με δίχτυ εξωτερικά, που εβάνανε τα φαγητά ετότες που δεν είχανε ψυγεία.
Μοσκιός (ο) ή μουσκιός (ο), μία ποικιλία χταποδιού.
Μοστράρω (ρήμα), κάνω μόστρα, επιδεικνύω με υπερηφάνεια | μόστρα (η), η βιτρίνα, η έκθεση.
Μοσχολάχανα (τα), λάχανα με ωραία μυρωδιά, που μοσχοβαλάει όλο το σπίτι. Σε άλλα μέρη τα λένε καφκαλήθρες.
Μότα (η), η μίμηση, η κοροϊδία.
Μου κάζεται (ρήμα), νομίζω.
Μουγκρί (το), το ψάρι γρόγκος.
Μούδα (η), η σειρά, “…άργησες κι' έχασες τη μούδα σου”.
Μουζέτο (το), το κουκουγερόσουπο, η μάσκα.
Μουζικάντης ή μουζικάντες (ο),  ο μουσικός, αυτός που παίζει ένα μουσικό  όργανο.
Μουζίνα (η), η αποταμίευση σε κουμπαρά.
Μούλος (ο), ο νόθος | μούλικο (το), το εξώγαμο | μούλοι (οι), τα νέα φύτρα τσι κλαδιές του αμπελιού, που τα βγάνουνε για να μη μυζάνε το κλήμα | μουλαρία (η), τα … παλιόπαιδα
Μουμούδια (τα), τα έντομα που πιένουνε οι μανέστρες και τα όσπρια.
Μούντρουνας (ο), φυτό με πολλά αγκάθια, που όποιος τ’ ακουμπήσει, γιομίζει βορδόνους.
Μούντωσε (ρήμα), έγινε μουντάδα, σκοτείνιασε, “… εσήμερα είναι  μουντόμερα”.
Μουράγιο (το), το πεζούλι. Στα μουράγια εβάνανε παλιά, γιαλιά τσακισμένα, για να μην μπένουνε οι κλέφτες.
Μούργα (η), στο λουτρουβιό, τα νερά που είναι κάτω από το λάδι. Τα υγρά απόβλητα του λουτρουβιού.
Μουρδούλης (o), αυτός που είναι μούρδουλος, ο ακατάστατος.
Μουριόνια (τα), δύο πέτρες, που ήτανε απ’ οξω από τσι φανέστρες και ακουμπούσανε τάβλες για να ξεράνουνε ντομάτες του ήλιου ή για να βάλουνε πιτέρια με λουλούδια.
Μούρος (ο), η νεοφυτεμένη ελιά.
Μουσαριόλι (το), το φίμουτρο που βάνουνε τσου σκύλωνες.
Μουσελένιο (επίρ), καμωμένο από μουσελίνα.
Μουσμούνια (τα), ψάρια, οι μικροί μπαλάδες.
Μουσουλιά (η), το άνοιγμα στο ανδρικό παντελόνι, για να κάνουνε τη σωματική ανάγκη. Στα Γύρου τηνε λένε μπουρθήκα και τσου Παξούς ρεπάλτα.
Μουστίτσα (η), έντομο που πάει στο κρασί.
Μουστώνω (ρήμα), γλυκαίνομαι σε κάτι, “… αυτό το παιδί εμούστωσε, και δεν ξεκολλάει άλλο”.
Μουτεύω (ρήμα), μαδάω, “… εσήμερα εμουτέψαμε τσι ελιές| μούτεμα (το), το μάδημα | μουτευτές (οι), οι μαδημένες | αυτοί που μουτεύουνε τσι ελιές.
Μουτζούρι, (το), μονάδα μέτρησης του κλαριού και του καρπού τση ελιάς. Δώδεκα μουτζούρια, είναι μία αλεσιά κλαρί ή μία αλεσιά καρπός. Αν οι ελιές είναι περιποιημένες, η μία αλεσιά κλαρί, βγάνει μιάμισι αλεσιά καρπό. Το μουντζούρι, για τσου παχτονάρηδες,
λέγεται και μόδι. Το μουντζούρι έχει τέσσερα καταριόλια. Ένα μουντζούρι = 1 ξέστα = 16 κιλά = 35,27 λίμπρες. 
Μουτρίζω (ρήμα), κάνω απόπειρα | μουτριά (η) η αποκοτιά.
Μούτσος (o), το μικρό παιδί, | μουτσαρία (η), τα πολλά παιδιά μαζί.
Μουχλίλιας (επίρ), η μυρωδιά τση μούχλας.
Μοχτερό (το), ο χοίρος, το γρούνι.
Μπαγαπόντος ή μπαγαπόντης (ο), αυτός που εξαπατάει άλλους |μπαγαποντιά (η), η απάτη.
Μπάγια (η), η κοροϊδία, “… έτσι τόπαμε τση μπάγιας” | Μπάγια (η),  η Βαυαρία για όσους εκάμανε στη Γερμανία.
Μπαγιόκο (το), τα λιανά, τα ψιλά κέρματα.
Μπαγκέτο (το), το συρτάρι στα παλιά μαγαζιά, όπου εβάνανε τα λεφτά, κάτι σαν το συρτάρι τση σημερινής ταμειακής μηχανής.
Μπάγκος (ο), ξύλινη κατασκευή, όπου εκαθόντανε όλοι κοντά στη στιά | μπαγκουλί (το), ο μιτσός μπάγκος.
Μπαίγνιο (το), ο κουτός, αυτός που είναι πιόνι (παίγνιο) αλλουνώνες.
Μπακαλάρος (ο), ο μπακαλιάρος.
Μπακίρι (το), ο χαλκός. Σε άλλα μέρη, μπακίρι λένε το πεπόνι.
Μπάλα (η), το χάπι, “...μην αλησμονήσεις να πάρεις τη μπάλα σου” | συνεκδ. το ποδόσφαιρο.
Μπαλαούστρο (το), η κουπαστή, το κατηφορικό στηθαίο.
Μπάλιγα (η), η πολλή δουλειά, “… έπεσε μπάλιγα αυτές τσι μέρες”.
Μπαλντούνι (το), μία πλατιά φασκιά, που στερεώνανε τη σαμάρα, στην ορά του γαϊδάρου.
Μπαλοματάρικο (το), αυτό που έχει μπαλώματα, στίγματα, “… έχει ένα σκύλο μπαλοματάρικο”.
Μπαλόνι (το), το μπαλόνι που φουσκώνει|συνεκδ. το ποδόσφαιρο.
Μπαλότα (τα), συσκευασία σανού.
Μπαλοτίνια (τα), ποικιλία από μπουρνέλες.
Μπαμπάϊ (το), ένα μικρό ζώο, κάτι σα σκούληκας.
Μπαμπακέλα (η), ο χασές, άσπρο μπαμπακερό πανί, που εκάνανε ποκάμισα και άλλα ρούχα.
Μπαμπακένιο (το), καμωμένο από μπαμπακέλα, από μπαμπάκι, μακό.
Μπάμπαλα (τα), τα διάφορα σκουπίδια.
Μπαμπάουλο (το), ο υποθετικός εχθρός, για να φοβίσουνε τα μιτσά.
Μπαμπότα (η) η μπαρμπαρέλα.
Μπανιερό (το), το μαγιό.
Μπάντα (η), η πλευρά “… ο γάϊδαρος τα γέρνει από τη μία μπάντα”  | μουσικό σύνολο χάλκινων οργάνων.
Μπάους ή μπάουλας (o), ο μπαμπούλας που φοβερίζουν τα μιτσά.
Μπαράκα (η), η παράγκα, πρόχειρη κατασκευή για τα πανηγύρια,“… έκαμε ο Σπύρος μπαράκα στο πανηγύρι και επούλουνε γαζόζες”.
Μπαρμπαρόσταρο (το), το καλαμπόκι, το γέννημα | μπαρμπαροσταριά (η), το φυτό του καλαμποκιού.
Μπαρμπαρέλα (η), ψωμί από καλαμπόκι. Στη χώρα και αλλού, το λένε μπομπότα.
Μπαρμπαρένιο (το), το αλεύρι ή το ψωμί από καλαμπόκι.
Μπαρουτολινιά (η), το φιτίλι του φουρνέλου ή του δυναμίτη. Η “βραδύκαυστος άφτρα” που ελέγανε στο στρατό.
Μπαρουτόσκαγα (τα), μπαρούτι και σκάγια ανακατωμένα.
Μπαρτζολέτες (οι), ράτσα από κοντόσωμες κότες.
Μπάσματα (τα), η είσοδος του Αγίου Σπυρίδωνα από τη θύρα, στην κάσα του.
Μπαστούνια (τα), είδος ψωμιού. Τα ψωμιά εγενόντανε μπαστούνια, λεφτές, ή κουτούπες (στρογγυλά καρβέλια).
Μπατάρω (ρήμα), υπολογίζω,|τα γέρνω, βουλιάζω με τη βάρκα.
Μπατζαριό (το), ηπειρώτικη λέξη που σημαίνει τυροκομείο.
Μπατσάρομαι (ρήμα), είμαι ικανός, τα καταφέρνω.
Μπαχαλιά ή αμπαχαλιά (η), η ποσότητα χόρτου που χωράει στην αμασχάλη.
Μπεβάντα ή μεβάντα (η), το νερωμένο κρασί. Συνήθως ανακατώνουνε ξυνό κρασί με νερό. 
Μπεκανότα (τα), ονομασία για τα πολλά λεφτά. 
Μπεκογιάννης (ο), ένα πουλί που τρώει τσου οστριούς. Απ’ όταν οι κυνηγοί και τα φυτοφάρμακα εξεκάμανε τσου μπεκογιάννηδες, οι οστριοί επληθύνανε.
Μπέλα (η) μτφ. το αρνί|μπέλα μπέλα (έκφρ), η όμορφη.  
Μπελβεντέρε, το δωμάτιο τση σοφίτας|μτφ η θέα. 
Μπεμπέλι (το), το κυπαρισσόμηλο.
Μπεμπές (o), ένα πλαστικό χρωματιστό τσιμπιδάκι, που εβάνανε οι κοπέλες στα μαλλιά τους. Οι πιο φτωχές, επαίρνανε μοναχά τσιμπίδια.
Μπερμπελινό (επίθ), το μπιρμπιλωτό, αυτό που έχει ποικιλία χρωμάτων.
Μπερτουέλες (οι), οι μεντεσέδες.
Μπετσώνω (ρήμα), επιδιορθώνω | μπέτσωμα (το), η αποκατάσταση βλάβης, η μικροδουλειά, το μερεμέτι|επί ανίατης ασθένειας, το κέρδος χρόνου.
Μπιάνκο (έκφρ), τρόπος μαγειρικής ψαριών, άσπρα με μαύρο πιπέρι.
Μπιδήρω (ρήμα),  φταίω και θα τιμωρηθώ για κάτι “... πες την αλήθεια ορέ, γιατί θα μπιδήρεις εσύ”.
Μπίζης (ο), ο αρακάς, το μπιζέλι. 
Μπικερίνι (το), το ποτηράκι. 
Μπιρμπιλωτό  ή μπερμπελινό (επίθ), το πολύχρωμο.
Μπιστιού (επίρ), βερεσέ, επί πιστώσει | αντθ. παγκουί) | μπιστίκι (το), τα δανεικά, αυτά που χρωστάμε.
Μπιτάδο (το), πυκνοφυτεμένο | αντιθ. ανάγλυκο.
Μπλάθρι (το), το έμπλαστρο, το βυζικάντι | μτφ. ό,τι είναι λιωμένο. “… αυτά τα σύκα εγινήκανε  μπλάθρι”.
Μπλακάρω (ρήμα), πιένω επ' αυτοφώρω.
Μπλιτσούνι (το), σιδερένιο εξάρτημα για το κλείδωμα τση πόρτας. Για να κλείσουμε το πορτόνι, τραβάμε το καντινάτσο και στην τρύπα του περνάμε το μπλιτσούνι, για να μπει απόξω το λουκέτο. Στα Λεύκη και τσου Παξούς, το λένε κιαβέτα.
Μπλόκι (το), η τσιμεντένια βάση, που βάνουμε την ομπρέλα στην παραλία.
Μπλου (το), το λουλάκι.
Μπογαδόρος (ο), ο πρεματσούλης που κουβαλάει την πραμάτεια του σε μπόγο.
Μποδάω (ρήμα), εμποδίζω | μπόδιο (το), το εμπόδιο.
Μποδολόγος (ο), η στριφτή πετσέτα σα στεφάνι, που το βάνανε οι γυναίκες στο κεφάλι, για να ακουμπήσει απάνω στέρεα η λάτα με το νερό. Έτσι επαρανομίζανε τον Κωτσή από τσι Βατονιές.
Μποκές (o), το μάτσο με τα λουλούδια, η ανθοδέσμη, το μπουκέτο.
Μποκολέτες (οι), οι βεργέτες, τα σκουλαρίκια.
Μπόλια (η), άσπρο πανί που βάνουνε ακόμη και σήμερα στο κεφάλι τους, όσες φοράνε χωριάτικα. Αυτό βέβαια σήμερα, γίνεται μοναχά για εμφανίσεις σε παραδοσιακούς χορούς.
Μπολιόνια (τα), δύο πελεκητές πέτρες, στην έξω μεριά τση φανέστρας.
Μπομ πέζο (επίρ), καλά ζυγισμένο.  
Μπομπή (η), η μομφή, η κατηγορία, μτφ. οι κακές πράξεις, “… πάει τώρα να κουπώσει τσι μπομπές του”.
Μπόμπο (το), το φρούτο για τα μιτσά παιδιά.
Μπομπότα (η), η μπαρμπαρέλα, το καλαμποκένιο ψωμί.
Μπόμπολας (o), το σαλιγκάρι.
Μπομπόλι (το), το σπυρί σε διάφορους καρπούς, (ελιές, γέννημα, όσπρια).
Μπόμπος (ο), δίκυκλο μηχανάκι με τσι μιτσές ρόδες.
Μπορντέλο (το), το μπουρδέλο.
Μπότα (η), είδος παπουτσιού | σε τραύμα, η ουλή.
Μπότζι (το), το κούνημα τση θάλασσας.
Μπότζος (o), η βεράντα | μποτζί (το), ο μικρός μπότζος. 
Μποτήρι (το), το πήλινο σταμνί με χερούλια. 
Μπότης (ο), ένα πήλινο δοχείο με δύο χέρια, που χωράει όσο μία πετρόλατα|μποτήρι (το), πήλινο αγγιό με δύο χερούλια, που χωράει μισή ξέστα.
Μποτιλιάδο (επίθ), βαλημένο σε μποτίλιες, εμφιαλωμένο.
Μποτιλιόνι (το), ένα γιάλινο μπουκάλι, μιτσό του 1½ λίτρου, και μεγάλο των δύο λίτρων.
Μποτιστήρας (o), το ποτιστήρι. Πλαστικό ή λάτινο δοχείο, για να ποτίζουμε τσι βάσκες ή τα λακκούδια με τα λαχανικά. Όταν μπει το καλουπάκι, το νερό βγαίνει σα βροχή.
Μπότο (το), το 25άκιλο κουτί, που βάνουνε τα χρώματα οι ναυτικοί.
Μπότσα (η), η μεγάλη νταμιζάνα | μποτσί (το), η μιτσή μποτίλια | μποτσοπούλα (η), η μικρή μπότσα | μποτσόνι (το), το μπουκάλι..
Μπου (το), το νερό για τα μιτσά παιδιά. 
Μπουγέλο (ο), ο σίκλος, ο κουβάς. 
Μπουγιάρω (ρήμα), βάνω να πάρει βράση | μπούγιο ή μπουγιάρισμα (το), το βράσιμο του νερού, | μτφ. ο όγκος, το πλήθος.
Μπουέτα (η), το καμίνι που βγάνουνε κάρβουνα.
Μπούζος (ο), η τρύπα που βγένουνε τα νερά. Από ’κεί βγαίνει και ο γάτος.
Μπουζουνάρα (η), η τσέπη.
Μπουκαλέτο (το), η καράφα, ο μαστραπάς.
Μπουκαλίνα (η), η μεγάλη γιάλινη καράφα.
Μπουκάρω (ρήμα), σοβαντίζω|μπουκάρισμα (το), το σοβάντισμα.
Μπούκιου-μπούκιου (έκφρ), όπως και το κούτρι-κούτρι, παναπεί δεν ξέρεις τι λες.
Μπουκουβάλα (η), το ψωμί βουτημένο στο λάδι. Αν είναι λάδι νιό και από το κατωλάβρι, τόσο το καλύτερο.
Μπουκούνι ή μπουτσούνι (το), το μιτσό κομμάτι. Χρησιμοποιείται για το ψωμί ή για φαγητά | εγινήκανε του μπουκουνιού (έκφρ), ετσακωθήκανε.
Μπουλετί (το), ένα φάκελο, που χωράει μέσα μία δόση.
Μπουλντούμια (τα), λουκάνικα γιομισμένα με αίμα χοίρου, που τα πουλούσανε ψημένα στην Πίνια, τη δεκαετία του ’50.
Μπουλουκάρης (ο), ο επικεφαλής του μπουλουκιού.
Μπουμπούκι (το), το σπειρί στο δέρμα | το μπουμπούκι του λουλουδιού.
Μπούμπουλας (ο), ένα μεγάλο μαύρο ζωύφιο, το σκαθάρι | μπουμπούλι (το), μτφ. τα νεύρα, η οξυθυμία, 
Μπούνια (τα), ναυτ. οι αγωγοί περισυλλογής νερών στο καράβι.
Μπουντουγάλος (ο), ο κουβαρντάς.
Μπουρδά (επίρ), σαρδάμ, “… τούρθε κόλπος και τώρα μιλάει μπουρδά”.
Μπουρδέτο (το) ή μπουρδετάδα (η), παραδοσιακό φαγητό, με πολύ κοκκινοπίπερο. Συνηθίζεται με ψάρια σκορπιούς. Οι μαύροι σκορπιοί είναι καλύτεροι.
Μπουρίκι (το), το μπρίκι.
Μπούρμπουλας (o), το βράσιμο του νερού στην κατσαρόλα|μτφ. λέμε  “… πάω να πάρω ένα μπούρμπουλα”, να κοιμηθώ λίγο…
Μπουρνέλες (οι),  τα κορόμηλα, αλλού τα λένε και βανίλιες.
Μπούρσα (η), η τσέπη.
Μπούσι ή πούσι (το), η ομίχλη, η καμπούλα.
Μπουστίνα (η), το σουτιέν.
Μπουτάρω (ρήμα), βυθίζω κάποιον μέσα στη θάλασσα|μπουτιά (η), η βουτιά.
Μπουτελί (το), το μαγαζί στη χώρα, που περιλαβαίνει τα μπιτόνια ή τα καρατέλα με το λάδι.
Μπουτούνι (το), ένα κομματσούλι από σκατσούνι, που το βάνανε στα μπροστογεμή ντουφέκια, ανάμεσα στο μπαρούτι και τα σκάγια.
Μπουτσούνι ή μπουκούνι (το), το μιτσό κομμάτι.
Μποχός (o), η σκόνη.
Μπράνκες (οι), οι μιτσές ποντίνες.
Μπρι ή μπριχού (επιρ), πριν, πρωτύτερα.
Μπρίσκουλα (η), παιχνίδι τση τράπουλας.
Μπριτσικλέτα (η), το μοτοποδήλατο, η μοτοσικλέτα.
Μπρογιάρω (ρήμα), κοροϊδεύω κάποιονε, κουγενάρω | μπρόγιο (το), η κοροϊδία.
Μπροστομούνα (η), η ποδιά που δένουνε οι γυναίκες στη μέση τους.
Μπροστούρι (το), το άσπρο πανί  που βάνουνε οι γυναίκες μπροστά στο στήθος και δένεται με γαϊτάνι στη μέση.
Μπρούσκο (επίθ), το αψιό κρασί που στιφίζει στον ουρανίσκο.
Μυζάω (ρήμα), ρουφάω|μυζήτας (ο), αυτός που ρουφάει. 
Μυκάνοι (οι), τα μανιτάρια. Υπάρχουνε στο βουνί χτενίτες, στεφανίτες, κουκουμάρια, αλιπουδιές, κοπρίτες, γαλατσίτες, και άλλων λογιών, που οι παλαιότεροι τσου μαζώνανε και τσου τρώανε. Μετά φόβου Θεού, καμπόσοι τσου τρώνε και τώρα.
Μυλωνάδες (οι), κάτι έντομα που παλαιότερα επηγαίνανε τσι σουκιές. Τσου λένε έτσι, γιατί είναι σα να τσου πίτιζες με αλεύρι.
Μυστάζω (ρήμα), νυστάζω, θέλω να κοιμηθώ|μύστα (η), η νύστα, η επιθυμία για ύπνο. 
Μύτος (ο), (επίρ), λίγο, μία μύτη, “… στον καφέ μου, βάλε ένα μύτο ζάχαρη”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου