Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Λιαπαδίτικο γλωσσάρι (Ρ-Σ-Τ-Υ)

ΡΟ
Ραζακί (το), ποικιλία σταφυλιού.
Ραθυμάδα (η), η οκνηρία.
Ρακογιάλι (το), το μιτσό ποτήρι που σερβίρουμε σπίρτο. 
Ρακοπότηρο (το), ότι και το ρακογιάλι. 
Ράμα (το), η κλωστή, “… σύρε ορή στον πρεματσούλη να φέρεις ένα κάριο ράμα άσπρο,
και πάρε και δύο μπεμπέδες δικούς σου” |το νήμα τση στάθμης.
Ραματίδα (η), η διαχωριστική γραμμή που χωρίζει ένα παλιό μπουκαρισμένο πύργο από ένα καινούριο.
Ραμί (το), παιχνίδι τση τράπουλας.
Ραμπαούλι (το), ένα σίδερο, σα μιτσή άγκυρα, που το χρειάζονται για να βγάνουνε το σίκλο, άμα τσου πέφτει μέσα στο πηγάδι.
Ράντιση (η), το ράντισμα.
Ράπες (οι), κάτι λάχανα σα σινάπια.
Ράσο (επίρ), ξέχειλο, πολύ γιομάτο.
Ρεβυθοκαφές (ο), ο καφές από τριμένο ρεβύθι.
Ρεγάλο (το), το δώρο, από το ιταλικό regalo.
Ρέγκλο (το), το πολύ γιομάτο, το κούλουμο|αντθ. σκάρσο.
Ρείκι (το), θάμνος που τονε χρησιμοποιούνε για προσάναμα.
Ρειπίζω (ρήμα), χύνω, απελώ, από το ρήμα ερειπώνω, κάνω ερείπια.
Ρεμέντζο (το), το σύστημα δέσης πλωτού μέσου.
Ρεμέντιο ( το), η μικροδουλειά, το μερεμέτι.
Ρέμπελος (ο), αυτός που γυρίζει ελεύθερος όθε θέλει.
Ρεντίκολο ή ρεντίκουλο (το), αντικείμενο κοροϊδίας.
Ρεντικότα (η), επίσημο ένδυμα για τσου αρχόντους.
Ρέπιο (το), το σάπιο από υγρασία ή φθορά.
Ρετσέτα (η), η συνταγή.
Ρέτσουλα (η), η ροδέλα που βάνουνε στα κασώματα, για να σφίξουνε οι βίδες, ή για να ασκώσουνε τσι πόρτες.
Ρηχιά (επίθ), η ρηχή, “τη ρηχιά κατσαρόλα να βάλεις για το μπουρδέτο”.
Ρίγα (η), ο χάρακας.
Ριγανάτα (η),  η νερόζουπα.
Ριγανόσκουδο (το), ο μίσχος, το κουζάνι τση ρίγανης.
Ρίγι (το), η κλαδιά που είναι για φύτεμα.
Ριζαμιά (η), μεγάλη πέτρα ή βράχος που δε βγαίνει εύκολα.
Ριό ή οργιό (το), το κρύο, “… την έπιακε το ριό και το τάραμα”.
Ρίτσα (η), η μπιρμπιλωτή κότα.
Ροβολάω (ρήμα), κατηφορίζω | Ρόβολα (τα), τοποθεσία του χωριού.
Ρόδα (η), παλιό παιδικό παιχνίδι, που οι κοπέλες εβάνανε τα χέρια κάτω και εκάνανε κύκλους.
Ροδαμός (ο), το νέο κλαρί | ροδαμίζει (ρήμα), το δέντρο βγάνει νέους ροδαμούς
Ροδίτης (ο), ποικιλία σταφυλιού.
Ρόδουλο (το), το ρολό.
Ρόζο (το), το ροζ χρώμα, “επέρασα από τη βίλα ρόζα”
Ροζμαρίνο (το), το δεντρολίβανο.
Ρόκα (η), εργαλείο με το οποίο εγνέθανε το μαλλί|λαχανικό για σαλάτες|το άνθος του μπαρμπαρόσταρου.
Ροκέτο (το), η φούστα τση κερκυραϊκής φορεσιάς.
Ρολόγιο (το), το ρολόι.
Ρολογιώμαι (ρήμα), σκέφτομαι, “… ερολογιώντανε όλη νύχτα για το παιδί”. 
Ρονιά (η), η γαρυφαλλιά|ρόνι (το), το γαρύφαλλο.
Ρούβελας (ο), ο κοκκινολαίμης, ένα μιτσό πουλί, με κόκκινο λαιμό | μτφ. ο λιγόφαγος, “… σα ρούβελας τρώει”.
Ρουβέλια (τα), τα κρόσια, “… τα σκουτιά με τον αέρα, εγινήκανε ρουβέλια”.
Ρούγα (η), η γειτονιά,“… αυτοί μένουνε στην απάνω ρούγα”.
Ρούγκλες (οι), οι μίξες.
Ρουδακινιά (η), η ροδακινιά|ρουδάκινο (το), το ροδάκινο.
Ρούδια (τα), τα ρόδια.
Ρουκανίζω (ρήμα), ροκανίζω|ρουκάνι (το), το ροκάνι|ρουκανίδια (τα), τα ροκανίδια. 
Ρουμ μπαραρούμ (έκφρ), κακείν κακώς. 
Ρουμαίνω (ρήμα), ωριμάζω, “... τα σταφύλια δεν ερουμάσανε ακόμα”.
Ρουμανίχω (η), η γυναίκα από το σόι του Ρουμανή.
Ρουμασίδι (το), η μεγάλη ωριμότητα.
Ρουμπώνομαι (ρήμα), τρώω μεγάλες χαψιές.
Ρούσα (η), η Ρωσίδα, “... στο χωριό μας τρεις Λιαπαδίτες επήρανε Ρούσες”.
Ρουσιά (η), η παιδική αρώστεια ερυθρά.
Ρουφιός (ο), το ψάρι ροφός.
Ρούφουλας (ο), ο ανεμοστρόβιλος.
Ρουχαλισμός (ο), το ροχαλητό.
Ρόχος (ο), η ροχάλα.
Ρυζόγαλα (το), το ρυζόγαλο.
Ρώσα (η), η Ρωσίδα.
Ρώτουνα (ρήμα), ρωτούσα.
 
ΣΙΓΜΑ
Σαββάτο (το), το Σάββατο.
Σαβούρα (η), τα άχρηστα πράματα|(ναυτ), το έρμα, το βάρος.
Σάισμα (το), σκέπασμα αλόγου.
Σαΐτα (η), η σαίτα του τόξου|είδος φιδιού|εργαλείο που μπαλώνουν τα δίχτυα τους οι ψαράδες.
Σάκελα (η), το μεγάλο σακί. Υπήρχανε σακιά τση ρίγας και τρίριγα.
Σακιάζω (ρήμα), γιομίζω σακιά | σάκιασμα (το) το γέμισμα των σακιών.
Σαλάδο (το), το σαλάμι.
Σαλαΐζω (ρήμα), κράζω|σαλάϊσμα (το), το κράξιμο, “… ορή, άμα έρθει ο ταχυδρόμος, σαλάϊσέ μου”.
Σαλαμούρα (η), το αλατόνερο που βάνουνε στο τυρί και τσι ελιές. Για να δούνε αν είναι καλή η σαλαμούρα, εβάνανε ένα ωμό αβγό, που έπρεπε να κάτσει στον αφρό, και να φαίνεται σα δίλεφτο.
Σάλματα (τα), τα υπολείματα από το σανό.
Σάλπα (η), είδος ψαριού, που ζει στα όμηρα.
Σαλτέρνω (ρήμα), βαρώ σάλτα | σαλτάρισε, τούστριψε.
Σαλωνίτσες (οι), επιτραπέζιες ελιές, μεγάλες σαν και αυτές που έχουνε στα Σάλωνα (στην Άμφισσα). Από κει επήρανε και τ' όνομά τους.
Σαμαμίδι (το), το σαμιαμίδι. Τα άσπρα σαμαμίδια, λένε ότι φέρνουνε τύχη.
Σαμάρα (η), το σαμάρι, αξεσουάρ του γαϊδάρου.
Σαμαρόσχοινο (το), το σχοινί τση σαμάρας.
Σανούδια (τα), μιτσά κομμάτια άχυρο.
Σαντίχω (η), η γυναίκα από το σόι του Σαντή.
Σαόνι (το), ένα πριόνι με δύο ξύλινες λαβές τσι δύο άκρες, που το χειρίζονται δύο άτομα. Ήτανε και άλλο ένα σαόνι, που εκόβγανε ξύλα, δύο νοματαίοι, ο ένας πάνω στον όχτο και ο άλλος από κάτω.
Σαούρο (το), το σαβούρο, τηγανισμένα  ψάρια (βόπες, μαρίδες ή ανακάτερα), σε ξύδι, λάδι, σκόρδα, σταφίδες μαύρες και δεντρολίβανο, μεζές κατάλληλος για κούπες.
Σαπόλαδα (τα), τα συλείμουργα, τα παλιά και βαριά λάδια, που δεν τρώγονται και που τα δίνανε για σαπούνι. 
Σαπονέρα (η), το ρολόι τσέπης.
Σαπούρα (η), οτιδήποτε σάπιο.
Σαραντάμερα (τα), μνημόσυνο για τσι 40 μέρες|διάρκεια 40 μερών συνεχούς βροχής.
Σαρλάϊ βαρλάϊ (έκφρ), άλλα αντ’ άλλων.
Σάρτζα (η), ένα τσούκνινο πλεχτό ροκέτο.
Σβαρνιά (η), μία ξύλινη κατασκευή, που την εσέρνανε τα βόϊδια πάνω στο νεοσκαμένο χωράφι, για να τσακιστούν οι ασβώλοι. Εκαθόντανε και ανθρώποι απάνω της, για νάχει πιλιότερο βάρος.
Σβουρλιά (η), η αρμαθιά.
Σβούρος (ο), η σβούρα.
Σγόρνα (η), η υδροροή, το λούκι.
Σγουβιός (ο), ένα μικρό ψάρι στα ρηχά που σε άλλα μέρη λέγεται κοκοβιός.
Σγούμπος (ο), ο καμπούρης|μία θέση στο παιγνίδι “βασιλιάς”, βλέπε βασιλιάς.
Σγούρτα (η), μία σπηλιά, μέσα στα γκρεμά.
Σέβας (το), ο σεβασμός, η υπόληψη | σεβάσματα (τα), ο σεβασμός, “… παρακαλώ να δώσετε τα σεβάσματά μου στην κυρία σας”.  Έκφραση παλαιότερων εποχών, που δεν ακούγεται πλέον.
Σεγκούνι (το), μέρος τση παλιάς λιαπαδίτικης φορεσιάς. Φοριέται εξωτερικά στο πάνω μέρος, όπως το ανδρικό σακάκι.
Σελίδα (η), η στοίβα με ξύλα, “… επήγενε στο βουνί μια βδομάδα  κι’ έφερε πέντε σελίδες ξύλα”  | σημ: η σελίδα του βιβλίου και του τετράδιου, λέγεται φατσάδα.
Σελίνια (τα), μιτσά κομμάτια από τσακισμένο πιάτο. Τα χρόνια τση φτώχειας, τα παιδιά επαίζανε μ’ αυτά.
Σεμνότη (η), η σεμνότητα.
Σεμπριά (η), η αβάκα, η οικονομική συμμαχία|σέμπροι (οι), αυτοί που εκάμανε σεμπριά.
Σέπει (ρήμα), σαπίζει. Έλεγε ένας μπεκρής: “… το νερό σέπει τα ξύλα”.
Σερεπρέντσελε (επίρ), με αφήνει αδιάφορο. 
Σέσκλα (τα), τα σέσκουλα, λάχανα που τρώγονται νερόβραστα, αλλά και τσιγάρι, με λάδι και κόκκινο πιπέρι.
Σεστάρω (ρήμα), τακτοποιώ|σέστο ή σεστάδο (επίρ), όπως πρέπει.
Σήμαμα (το), ο χτύπος τση καμπάνας.
Σημανιό (το), το συνεχές χτύπημα τση καμπάνας. Υπάρχει σημανιό πένθιμο και χαρούμενο (αλάρμα).
Σήμαντρο (το), το σίδερο που εβαρούσανε παλιά στην Άγια Θέκλη, αντίς για καμπάνα.
Σιάδι (το), το ίσιωμα.
Σιγάτσα (η), το πριόνι.
Σιάζω (ρήμα), τακτοποιώ.
Σιάλι (το), το σάλι, η εσάρπα.
Σιγάτσα (η), μεγάλο πριόνι.
Σιένομαι (ρήμα), σιχαίνομαι.
Σιένω (ρήμα), φτιάχνω,τακτοποιώ συγιρίζω|σιάσιμο (το), το φτιάξιμο.
Σίκλος (ο), ο κουβάς, ο κάδος|σικλί (το), ο μιτσός σίκλος.
Σιλιάβριστο (το), ένα μακριό ξύλο, όπου ανακατώνανε τα αθράκια μέσα στο φούρνο.
Σινιάρω (ρήμα), σημαδεύω|σίνιος (ο), το σημάδι, ο στόχος.
Σιόλα (η), η σόλα των παπουτσιών, “… έφερα τα παπούτσια για σιόλιασμα”.
Σιορ (προσφ), Κύριε, από την ιταλική λέξη signore που σημαίνει κύριος.
Σιορα (προσφ), Κυρία, από την ιταλική λέξη signora που σημαίνει κυρία.
Σίσες (οι), τα αυγά τση χρυσόμυγας.
Σιταρίδες (οι), μιτσά πουλιά που τρώνε τσου σπόρους του αγκρέμιθα.
Σιταρίζω (ρήμα), περνάω τσι ελιές από σίτα, για να βγουν τα λιόφυλλα|σίτα (η), η πνυκάδα.
Σκαλινάδα (η), μία σειρά από σκαλιά.
Σκάλος (ο), το σκάλισμα.
Σκαλότρυπες (οι), οι τρύπες που αφήνουν στην οικοδομή, για να στερεώνουν τη σκαλωσιά.
Σκαλοφυρίδι (το), μία τρύπα μέσα στον πύργο, σαν εταζέρα ας πούμε.
Σκάλτσες (οι), τα σκατσούνια.
Σκαλχιμάδα (η), μικρό οστρακοφόρο της θάλασσας σε σχήμα ρόμβου.
Σκαλώνω (ρήμα), σταματάω για λίγο | σκάλωμα (το), η στάση, “... το καράβι παλαιά, έκανε δέκα σκαλώματα για τον Πειραιά”.
Σκαμνιά (η), η μουριά | σκάμνα (τα), τα μούρα. Είναι πιο σωστό που εμείς τα λέμε σκάμνα, γιατί στα αρχαία ελληνικά λέγονται συκάμινα.
Σκάμπα (η), η σχολική απουσία.
Σκάνιο (το), η καρέκλα.
Σκαντάγιο (το), εμπειρικό εργαλείο μέτρησης του βάθους τση θάλασσας.
Σκαρβέλι (το), μέρος τση σαμάρας. Η σαμάρα έχει δύο σκαρβέλια, στο πίσω μέρος, που δένουνε τα σχοινιά και βαστιούνται τα μιτσά.
Σκαρμοί (οι), οι υποδοχές για τα κουπιά τση βάρκας.
Σκάρπα (η), η γωνία που ενώνονται μία κεραμοσκεπή και ένας κάθετος πύργος, το πρανές.
Σκαρπέλο (το), εργαλείο για το κόψιμο ξύλου ή σκληρής επιφάνειας.
Σκάρσο (το), το κοντόγιομο.
Σκαρτότσο (το), μικρή χαρτουλίνα για πασατέμπο στο σινεμά|διπλωμένο χαρτί που περιείχε τα λεφτά για το μεροκάματο κάθε εργάτη.
Σκασμάρα (η), το φαγητό μέχρι σκασμού.
Σκατζιά (η), το ράφι.
Σκάτζικας (ο), ένα λάχανο που μαγειρεύεται.
Σκάτουλα (η), το κουτί|σκατουλί (το), το μιτσό κουτί.
Σκατσαρώτενα (η), η γυναίκα από το σόι του Σκατσαρώτα.
Σκατσουδέτες (οι), οι σκαλτσοδέτες. 
Σκατσούνια (τα), οι κάλτσες|κάνω σκατσούνι (έκφρ), πλέκω.
Σκατσουνόροκα ή σκαλτσουνόροκα (η), ο βελονοστάτης, μία ξύλινη θήκη, όπου έμπαινε μέσα η μία βελόνα του πλεξίματος.
Σκαφόνι (το), ξύλινο αγγιό, που πατούνε τα σταφύλια.
Σκάφτω (ρήμα), σκάβω.
Σκέλεθρο (το), ο σκελετός.
Σκεπαίνω (ρήμα), σκεπάζω|σκεπάσματα (τα), οι κουβέρτες και τα σεντόνια που σκεπαινομάστενε.
Σκέπαση (η), η σκεπή.
Σκεπέτο (το), το όπλο|σκεπετιά (η), η ντουφεκιά.
Σκίζες (οι), μικρά κομμάτια ξύλο, για τσι σόμπες.
Σκινερό (το), κομμάτι λόγγου, γιομάτο σκίνους.
Σκλήθρα (η), η αγκίδα από ξύλο|τσαμπί, “δώμουτε ορές, μία σκλήθρα σταφύλι”.
Σκλιπερό (το), το Σκριπερό|Σκλιπεριάτες (οι),  οι Σκριπεριάτες
Σκλίτζα (η), ένα παιδικό παιχνίδι.
Σκόθρα (η), η βρώμα, “… πλύνε ορέ τ’ αυτιά σου, που εβγάλανε σκόθρα”.
Σκόλα (η), ένα εκκλησιαστικό λάβαρο.
Σκολαίνω (ρήμα), γυρίζω από το σκολειό ή από τη δουλειά.
Σκολαρίκια τση βασίλισσας (τα), τα άνθη που είναι σα σκουλαρίκια.
Σκολαρχείο (το), τριτάξιο γυμνάσιο που λειτουργούσε παλαιότερα στο Σκριπερό.
Σκολειό (το), το σχολείο.
Σκολιαρούδι (το), το παιδί του σκολειού. 
Σκόντο (το), η έκπτωση.
Σκοπάω (ρήμα), μου κόβει, τα καταφέρνω, “… τι του λες αυτουνού, αφού δε σκοπάει”.
Σκορδαλίνα (η), το αγριόσκορδο.
Σκορδοκοπάνι (το), το γουδοχέρι.
Σκορπιδέλι (το), ο μιτσός σκορπιός. 
Σκοτίζω (ρήμα), ρίχνω σκοτάδι | σκοτίζομαι (ρήμα), έχω σκοτοδίνη|σκοτισμένος (ο),  αυτός που δεν είναι στα καλά του.
Σκοτίτης (η), παλιά αρώστια τσου κοτώνες.
Σκοτοπλέμονα (τα), τα εντόσθια.
Σκουδί (το), το σημείο του φρούτου που ενώνεται με το κουζάνι.
Σκούληκας (ο), το σκουλήκι|σκουληκαντέρα (η), ο μεγάλος σκούληκας.
Σκουντράω (ρήμα), σκοντάφω, “… εσκούντρηξα το ποδάρι μου σ’ ένα γούλο κι’ έπεσα”  | σκούντρημα (το) ή σκουντριά (η) , το σκούντημα.
Σκουπερό (το), το Σκριπερό|Σκουπεριάτες (οι), οι Σκριπεριάτες.
Σκούρα (τα), τα παντζούρια στα παράθυρα, “... τα απογιόματα κλειούμε τα σκούρα, γιατί είναι όλοι οι ήλιοι μέσα”..
Σκουτέλα (η), η μεγάλη πήλινη πιατέλα|σκουτελί (το), η μιτσή σκουτέλα.
Σκουτιά (τα), τα ρούχα η προίκα τση νύφης σε ρουχισμό. Τα σκουτιά τση νύφης, τα κάνανε γκύρα, για να δει ο κόσμος πόση προίκα έχει η νύφη.
Σκούτουφλα (τα), ο κακοφανισμός, “… του κακοφάνησε η κουβέντα και κατίβασε σκούτουφλα”.
Σμίγω (ρήμα), προσθέτω μάκρος, βάνω τσόντα.
Σμπάρο (το), το φουρνέλο, η έκρηξη.
Σμπαρώνω (ρήμα), κλειώ στέρεα.
Σμπούκιο (το), το τράκο, το απότομο σπρώξιμο.
Σμπρίλιες (οι), οι παρωπίδες που βάνουνε στα μάτια του αλόγου, για να μη βλέπει δεξιά και αριστερά.
Σόκενα (η), η γυναίκα από το σόι του Σόκα.
Σόκορο (το), η εξωτερική επιφάνεια του ξύλου, τσι στέγες και τσι βεράντες.
Σολαρία (η), όρος τση πρέφας.
Σολιάτικο (το), πληρωμή αγροτικού φόρου κατά ελαιόδενδρο.
Σόλιο (το), παιχνίδι τση τράπουλας.
Σοραβέντι (το), το πηγαινέλα.
Σότο (επίρ), κάτω, χαμηλά.
Σοτοκόρδα (η), το μεσαίο στήριγμα τση σκέπης.
Σού (επιφ), επιφώνημα προτροπής σε σκύλο, που σημαίνει φάτονε.
Σουβλάω (ρήμα), σουβλίζω, “… με σουβλάει η κοιλιά μου”.
Σουγίδι (το), ο μικρός σουγιάς.
Σούγο (το), η σάλτσα.
Σούδα (η), το υπερυψωμένο χώμα, που χωρίζει δύο χωράφια.
Σουκέροι (τα), τα άσπρα νόστιμα σύκα, που ρουμαίνουνε δύο φορές, το Θερτή (τον Ιούνιο) και τον Άγουστο.
Σουκιός (ο), είδος ψαριού.
Σουκόγαλα (το), το γάλα τση αγριοσουκιάς, που το βάνουνε για φάρμακο, στο τσίμπημα σκορπιού, φιδιού, κεντρίνας, σφήκας κ.λπ. Διαβάσαμε, ότι σ’ άλλα χωριά, το βάνανε και για πυτιά στο τυρί.
Σούρδου μούγδου (έκφρ), ανακάτερα, ο ένας απάνω στον άλλονε.
Σουρίζω (ρήμα), σφυρίζω|σούρηγμα (το) ή σουριξιά (η), το σφύριγμα|σουρήχτρα (η), η σφυρίχτρα.
Σουρμπάω (ρήμα), ρουφάω|σούρμπηγμα (το), η ρουφηξιά|σουρμπηχτός (ο), ο ρουφηχτός, “… εσούρμπηξε τον καφέ του, με τη μίανε”.
Σουρμπέτος (ο), ο γλυκός, “… κάμε μου ένα καφέ σουρμπέτο”.
Σούρος (ο), το μεγάλο άσπρο σαβρίδι. 
Σουρούπι (το), ο λίγος ύπνος. 
Σούρωμα (επίθ), βρεγμένος. 
Σουσουλίζω (ρήμα), γυρίζω και κάνω δουλειές. 
Σουσούμι (το), το παρουσιαστικό. 
Σουφραλιάζω (ρήμα), κάνω σούφρες σε ύφασμα | σουφραλιασμένο (το), το ζαρωμένο σούφρα (η), η ζάρα.  
Σούχω μέψη (έκφρ), σούχω θυμό. Η λέξη έχει ρίζα από το ρήμα μέμφομαι. 
Σοφρακαρίνα (η), ναυτ. η βάση τση καρίνας. 
Σοφρίτο (το), παραδοσιακό κερκυραϊκό φαγητό. 
Σπαγάρι (το), ο μιτσός σπάος. 
Σπαλάδος (ο), αυτός που υστερεί διανοητικά. 
Σπανιολέτα (η), η γλώσσα τση κλειδωνιάς.
Σπάοι (οι), το χωριό Πάγοι, “… την άλλη Κυριακή θα πάω τσου Σπάους, να πάρω ένα βουτσί”.
Σπάος (ο), ο σπάγκος.
Σπαραδιέρι (το), το πηλοφόρι που βάνουνε τη μάλτα οι οικοδόμοι, το φραγκόφτιαρο.
Σπαρματσέτο (το), ένας τύπος κεριού.
Σπαρτιδόρος (ο), ο σερβιτόρος, το γκαρσόνι.
Σπαρτοκλονίδα (η), ένα κλωνάρι από σπάρτο, που οι γυναίκες εκάνανε δεμασιές για το γιομάρι τους, και που οι ψαράδες εκάνανε τα ψάρια τους σβουρλιά.
Σπεδίζω (ρήμα), δένω|σπεδισμένος (ο), ο δεμένος.
Σπέζα (η), το φαγητό, “... εψές εσπεζάραμε νωρίς”.
Σπερνά (τα), τα κόλυβα. Στο χωριό τα κόλυβα δεν τα  κάνουνε στα μνημόσυνα, αλλά όταν γιορτάζει κάποια εκκλησιά του χωριού. Παλαιότερα εκάνανε τα σπερνά, εμοιράζανε και άρτους στα σπίτια και εμαζώνανε λεφτά ή λάδι.
Σπετσαρία (η), το φαρμακείο|σπετσιέρης (ο), ο φαρμακοποιός, “… εγώ Σπετσιέρης κι’ εσύ Γιατρός, εγώ να χέ.. και συ να τρως”.
Σπία (η), η συκοφαντία, η καταγγελία.
Σπίλα (η), ένα χρυσό κόσμημα|σπιλόνι (το), η σφίγκλα.
Σπίρτο (το), το ξυλάκι|μτφ. το αλκοολούχο ποτό.
Σπιτοθέλημα (το), η λάτρα του σπιτιού.
Σπλώνος (ο), ένα χόρτο λυγερό που το κάνουνε δεμασιά, δετούρι.
Σπολαέτι (το), έκφραση ευχαριστίας, “...εις πολλά έτη”. Ακούγεται κυρίως στα Γύρου.
Σπονδή (η), η ξυνίλα στο κρασί, “… το κρασί μας εφέτο επήρε σπονδή”.  Για να αποφεύγεται, πρέπει να πλένονται καλά όλα τα αγγιά και τα βαρέλια.
Σποντί (το), η σπόντα.
Σπορίτας (ο), το αγγούρι ή το κολοκύθι, που έχει πολλούς σπόρους | αυτό που αφήνουνε για αναπαραγωγή, για φυτώριο.
Σπορόλαδο (το), το σπορέλαιο.
Σπουδαγμένος (ο), αυτός που εσπούδασε.
Σπούρδα (η), η χειμωνιάτικη κολοκύθα.
Σπυρέτος (όνομα), υποκοριστικό του Σπύρος.
Στα όξω (επίρ), έξω από δώ, στο χτήμα, στο φόρο, ή με παρέες.
Σταγγώνω (ρήμα), κολάω με στάγκο|στάγκος (ο), το καλάϊ που χρησιμοποιεί ο σταγγωτής|σταγγωτής (ο), ο λατονιέρης, αυτός που κάνει μαστέλα, τεπόζιτα, σίκλους και σγόρνες | στάγκος (ο), το ροΐ του λαδιού. 
Στάγκες (οι), δύο μακριά ξύλα, που χρησιμοποιούνται για να ανιβοκατιβαίνουν τα βαρέλια το λάδι στο φορτηγό αυτοκίνητο.
Στακοφίσι (το), ένα ξερό ψάρι σα μπακαλάρος, αλλά πιο σκληρό, που το κόβγουνε με πριόνι.
Σταματένω (ρήμα), σταματάω.
Στάμπο (το), το αποτύπωμα|μτφ. το ύφος“… για ιδές στάμπο!”.
Σταρένιο ψωμί (το), ψωμί από σταρένιο αλεύρι.
Σταροκαφές (ο), ο καφές από αλεσμένο στάρι.
Στασουνιά (η), η σπατάλη.
Στατές (οι), οι στημένες, παιχνίδι που επαιζόντανε παλαιότερα, “... οι μούτσοι επαίζανε δεκάρες στατές”.
Στείρα (η), το ψάρι σφυρίδα.  
Στείρικος (ο), αυτός που δεν κάνει παιδιά.
Στέκα (ρήμα προστ), στάσου, περίμενε.
Στελιώνω (ρήμα), βάνω τσαποστέλιαρο στη δίκοπη ή σε άλλο γεωργικό εργαλείο|αντθ. ξεστελιώνω.
Στενοχωρεύομαι (ρήμα), στενοχωριέμαι|στενοχωρεμένος (ο), ο στεναχωρημένος.
Στερέωση (η), το στήριγμα|καλή στερέωση (εκφρ), ευχή που τη λένε τσου αρραβώνες.
Στερημένος (ο), αυτός που στερείτε τα απαραίτητα.
Στερνάρι (το), μία πέτρα, που άμα τηνε τρίβεις βγάνει φωτιές.
Στερνίσιο (το), το νερό από τη στέρνα.
Στέρνω (ρήμα), στέλνω.
Στεφανάκι (το), ο μιτσός σαργός, που έχει ένα στεφάνι στο κεφάλι του.
Στεφανίτας (ο), ποικιλία μύκανα, μανιτάρι.
Στεφάνωμα (το), ο γάμος. Συνηθίζεται κυρίως  στον πληθυντικό, “… έχουμε στεφανώματα την Κυριακή”. Ο αρραβώνας λέγεται παντρειά.
Στήλη (η), η μπαταρία.
Στήμα (το), δέμα με 24 σφυρίδες ελαιοτριβείου.
Στηνηγής (επίρ), καταγής.
Στιά (η), το τζάκι, η εστία.
Στιφάδα (η),η πικρίλα|στιφίζει (ρήμα), κάνει στιφάδα.
Στομοφούρνι (το), ένα πανί που κλειεί τα τρυπιά, στην πόρτα του φούρνου.
| στιφάδα (η), κάτι οπου είναι στιφό.
Στούγα (η), η δυσθυμία. “… άνοιξε λίγο τη φανέστρα, γιατί έχω στούγα”.
Στουκαδόρος (ο), η σπάτουλα.
Στόφορος (ο), ο Χριστόφορος.
Στραβοστομίζω (ρήμα), φοβάμαι πολύ | έπαθα κόλπο και μούρθε το στόμα στη μπάντα.
| εστραβοστόμισε, εκολπάρησε και τούρθε το στόμα στην μπάντα. 
Στραγγουλίζω (ρήμα), στραγγαλίζω, φουρκίζω.
Στράϊστο (το), το ταγάρι.
Στρατηγήματα (τα), οι εξυπνάδες.
Στράτα (η), ο δρόμος, το δρομολόγιο “...έκαμα δέκα στράτες και εκουβάλουνα σανό”  | το τρόχισμα του πριονιού, “έδωκα το πριόνι μου στο Βιάρο να του κάνει στράτα.”.
Στράτσο (το), το πρόχειρο, αυτό που δε φελάει πολύ, το μικρής αξίας, “… το στρατσόχαρτο”.
Στρέφει (ρήμα), αστράφτει.
Στρίνα (η), ο μπουναμάς|μτφ. το λέμε, και όταν κάποιος δεν έχει κλείσει καλά τη μουσουλιά του, “... ορέ , κλείσε το μαγαζί, μας κάνεις στρίνα”.
Στρινές (οι), οι τυρινές, οι απόκριες.
Στριτσέλο (το), το καβαλέτο.
Στριφουλίδα (η), η βόλτα, το γύρισμα.
Στριφτά ή ταψήλου (έκφρ), παιχνίδι με δύο τάλαρα που τα στρίφανε στον αέρα.
Στρίφω (ρήμα), στρίβω|στριφούλια (τα), τα ελικοειδή|προκειμένου για μαλλιά, τα κατσαρά, οι μπούκλες.
Στριψιδιά (η), ποικιλία σουκιάς|στριψίδια (τα), τα σύκα τση στριψιδιάς.
Στροίαξε (ρήμα), εγίνηκε σε έξαλλη κατάσταση, σα να τόνε δάγκασε οστριός.
Στρούδι (το), το στρείδι.
Στρούνιος (ο), πουλί του βουνού.
Στρωνάω ή στρωνίζω (ρήμα), γυρίζω, κουνιώμαι από τη θέση μου
Στρωσιά (η), οι πολλές ελιές πεσημένες, “… είχε ρούφουλα τη νύχτα και έχει μεγάλη στρωσιά”.
Στρώτουρα (τα), τα άχυρα που ρίχνουνε κάτω, για να κοιμηθούνε τα ζα.
Συγάμπρισες (οι), οι συνυφάδες.
Σύγαμπροι (οι), οι μπατζανάκηδες.
Συγγένισα (η), η συγγενής.
Συγίριο (το), το τακτοποίημα του σπιτιού, η λάτρα, το μαΐτζο.
Συγκαλογνώμως (επίρ), με τη θέληση και των δυονώνες.
Σύγνεφο (το), το σύννεφο.
Συγνωμάω (ρήμα), συμφωνώ, έχω την ίδια γνώμη, “...αυτό το αντρόγυνο συγνωμάει”.
Συδράβλιστο (το), ένα μακριό ξύλο, όπου εσυμπούσανε τη στα, στο φούρνο. 
Συκομαΐδες (οι), αλεσμένα ξερά σύκα, που τα τρώνε τγν πρωτιχρονιά.
Συκούλι (το), το μιτσό σύκο.
Συκοφάος (ο), το πουλί φλιέρονας.
Συλλείμουργα (τα), τα παλιόλαδα και κατακάθια από λάδια, που τα επουλούσανε και επαίρνανε σαπούνι.
Συλλείτουργο (το), το μνημόσυνο.
Συμβουλάτορας (ο), ο σύμβουλος.
Συμπάθειο (το), η συγνώμη, “...ώ είσαι βουρλίτας, ...με το συμπάθειο δηλαδή”.
Συμπάω τη στιά (έκφρ), βάνω τση στιας ξύλα.
Σύρμα πάτημα (έκφρ), ένας τρόπος που φτιένουνε το κρασί.
Συρμός (ο), η μόδα.
Σύρτε (ρήμα), αμέτε, πηγαίνετε.
Συρτοθηλιά (η), ο κόμπος που λιέται εύκολα.
Σύσταση (η), η διεύθυνση, “… να μου δώκεις τη σύσταση, να βρω το γιο σου”
| συστήνω (ρήμα), τακτοποιώ, “... συστήστε τα βαρέλια το λάδι αποβραδίς, γιατί ο Λεπενιώτης θάρθει χαράματα” | συστήμομαι (ρήμα), ετοιμάζομαι.
Σύφλογο (το), η μεγάλη κάψα,“... να σε πιάκει το τάραμα και το σύφλογο”.
Συφταίνω (ρήμα), αξιώνομαι, καταφέρνω|συφτάκω αν (ρήμα), αν προλάβω. 
Συχαρίκια (τα), τα συγχαρητήρια.
Σύχωρα (τα), τα όρια του χωριού.  
Σφαγιό (το), ο πόνος στα σπλάχνα, που το λένε και σφάχτης.
Σφάλαγκας (ο), η αράχνη.
Σφαλαγκόδρομος (ο), ο έρπητας.
Σφαλαγκονιά  (η), ο ιστός της αράχνης|ένα μάτσο θρουμπί, που το βάνανε για σχάρα στα σκαφόνια, για να μη βγαίνουνε οι αράτες με το μούστο.
Σφαλί (το), το καπάκι|σφάλισμα (το), το κούπωμα, το καπάκι.
Σφαλιά (η), συστάδα θάμνων.
Σφάχτης (ο), αυτός που σφάζει τα ζώα|μτφ. ο πόνος στη μέση και τα νεφρά.
Σφηνάρι (το), μονάδα μέτρησης του τυριού|μιτσή πέτρα για σφήνα.
Σφίγγλα (η), μία καρφίτσα με μεγάλο κεφάλι, που στερεώνανε οι γυναίκες τη μπόλια στη μέριζα | σφιγκλί (το), η μικρή σφίγγλα. 
Σφιμένος (ο), ο σφιγμένος.
Σφογγίζω (ρήμα), σκουπίζω|σφόγγισμα (το), το σκούπισμα.
Σφοντίλι (το), το πατατί, που βάνανε στο αδράχτι τση ρόκας στην αρχή, για να βαρένει.
Σφυρίδες (οι), πλεκτές θήκες, που στα παλιά λουτρουβιά, βάνανε το ζυμάρι από από ελιές μέσα και το ζίφανε|τα ψάρια σφυρίδες.
Σχένομαι (ρήμα), σιχαίνομαι|σίχασμα (το) το σιχαμερό|σίχαση (η), το σίχασμα, “...αύριο είναι τ’ Αγιαννιού τση σίχασης”
Σώνει (ρήμα), φθάνει.
Σωπάνι (το), το ρέλι που εκάνανε στα ροκέτα, τσις σάρτζες, τσι ποδίές κ.λπ.
Σωρούλι (το), ο μιτσός σωρός.

ΤΑΥ
Τ’ Άγια Ντριός (έκφρ), του Αγίου Αντρέα.
Τ' Άγια Ντωνιού (έκφρ), του Αγίου Αντωνίου. 
Τ' Άγιαννιού (έκφρ), του Αγίου Ιωάννου.
Τ’ Άη Λιός (έκφρ), του Προφήτου Ηλία.
Τ’ Άη Σπυριδώνου (έκφρ), του Αγίου Σπυρίδωνος.
Τ’ αψήλου ή στριφτά (έκφρ), παιχνίδι με δύο τάλαρα, που τα στρίφανε στον αέρα. Τα μούτρα εκερδένανε γιαυτόνε που τάστριβε και οι μάρκοι εχάνανε. Ο Προμπόγιος και ο Κουίνος στη μάντρα τση εκκλησιάς, ήτανε οι πρώτοι διδάξαντες.
Τα γέρνει (έκφρ), το βάρος στο φόρτωμα του γαϊδάρου, δεν εμοιράσθηκε ίσια, και τα γέρνει από τη μία μπάντα.
Τάβγαλα (έκφρ), τα έβγαλα.
Τάβλα (η), η σανίδα|τραγούδια τση τάβλας (έκφρ), τραγούδια του γάμου, που τραγουδιούνται στο τραπέζι, μετά το φαί.
Ταγγίνιασα  (έκφρ), Τα άρχισα 
Τάγιο (το), η κοψιά|μτφ. στην τράπουλα η τζογιά.
Τάκαμα (έκφρ), τα έκανα.
Τακουί (το), το πορτοφόλι.
Τάλαρο (το), το τάληρο.
Ταλιάνοι (οι), οι Ιταλοί.
Τάμασα (έκφρ), τα μάζεψα.
Ταμιζάρω (ρήμα), κάνω ταμίζο|ταμίζο (το), ένα συρμάτινο δίχτυ, που οι οικοδόμοι κρισαρίζουνε τη μαρμαρόσκονη | ταμιζάρισμα (το), η εργασία του ταμίζου.
Ταμπάκος (ο), ο καπνός.
Ταμπάρος (ο), το παλτό|ταμπαρί (το), ο μικρός ταμπάρος.
Ταμπέλα (η), η ετικέτα.
Ταμπούκιο (το), το άνοιγμα στο νταβάνι, που ανεβαίνουνε απάνω στη σκέπη.
Τάμπωσα (έκφρ), τα έσπρωξα.
Ταπέτου (επίρ), πετώντας. 
Τάρα (η), το κατακάθι.
Ταραγκιάρω (ρήμα), φιλτράρω το κρασί|ταραγκιάρισμα (το), η μεταφορά κρασιού   από ένα δοχείο, σ’ ένα άλλο, ή από μεγάλο αγγιό σε μικρό, για να μένει στον πάτο η τάρα.
Ταράκουλο (το), η ταραχή.
Τάραμα (το), το κρύο.
Τάρδι (επίρ), αργά.
Τάσκωσα (έκφρ), τα σήκωσα.
Τάτας (ο), ο πατέρας στη γλώσσα των μιτσών.
Τάτσης (ο), ο Αναστάσιος.
Τάτσω (η), η Αναστασία.
Τάχαμας ή τάχαμου (επίρ), τάχα, δήθεν.
Τέλεια (επίρ), καθόλου.
Τελεόραση (η), η τηλεόραση.
Τελέρι (το), το μέσα φύλλο τση φανέστρας, που μπαίνουνε τα τζάμια.
Τελέφωνο (το), το τηλέφωνο.
Τέμπα (η), η φουσκωμένη κοιλιά.
Τεμπελιό (το), η τεμπελιά, η οκνηρία. 
Τέμπουλο (το), η κούνια. Όχι μόνο αυτή τση παιδικής χαράς, αλλά είναι δύο σκοινιά κρεμασμένα από ένα κλώνο, που στο κάτω μέρος έχουνε ένα καθιστούρι για να κάθονται τα μιτσά.
Τέπω (ρήμα), στάζω, “… τα κεραμίδια θέλουνε ματάσυρμα, γιατί η σκέπη, τέπει του … ρεμέγκου”.
Τερεφός (ο), ο κοκαλιάρης, ο λιπόσαρκος.
Τέρμονας (ο), το σύνορο, το όριο.
Τερτικό (το), το ψάθινο πλεκτό κοφίνι, που κουβαλούνε ελιές ή σταφύλια.
Τετάρτια (τα), τα τσακισμένα, “... ετσακιστήκανε όλα και εγινήκανε τετάρτια”.
Τετράδη (η), η Τετάρτη.
Τετρακάτσουλο (το), το σπίτι που τα νερά τση σκέπης ατρέχουνε από τέσσερις μπάντες.
Τετσαδούρος (ο), η κουπαστή τση σκάλας.
Τζαβέλενα (η), η γυναίκα από το σόι του Τζαβέλα.
Τζαλέτια (τα), όταν κάνουνε τηγανίτες, μένει στο τέλος λίγο ζυμάρι. Αυτό το ρίχνουμε αλάκερο στο τηγάνι και αυτό είναι το τζαλέτι.
Τζαρουχιά (η), ένα λάχανο σα ραδίκι.
Τζελουδιά (η), ο γυναικωνίτης της εκκλησιάς.
Τζία (η), η θεία.
Τζινέτια (τα), τα μεταλλικά στηρίγματα που στηρίζουνε το κάσωμα τση πόρτας.
Τζιπούνι (το), μέρος της κερκυραϊκής φορεσιάς.
Τζιριτζάντζουλες (οι), τα κόλπα.
Τζίτζηρας (ο), ο τζίτζηκας.
Τζιτζί (το), για το μιτσό, το στήθος που έχει γάλα.
Τζιτζινέτα (η), αυτό που γυρίζει γύρω γύρω.
Τζόβενος (ο), αυτός που νεανίζει.
Τζόγια (η), η χαρά.
Τζογαρισιά ή τζογιά (η), η παιξιά|στην τράπουλα, το κάθε τάγιο.
Τζούνι-τζούνι (επίρ), λίγο λίγο.
Τηγανιστές (οι), οι τηγανιτές.
Τηγανίτες (οι), οι λουκουμάδες.
Τηνε πονεί η κοιλιά της (έκφρ), έχει περίοδο.
Τηράδες (οι), τα αστεία.
Τηράω (ρήμα), κοιτάζω, παρατηρώ.
Τιάδος (ο), αυτός που έχει αιτία.
Τίνα (η), αγγειό αποθήκευσης.
Τίποτις (επίρ), τίποτα.
Τίτουλο (το), ο τίτλος, από την ιταλική λέξη Titulo.
Το πήρε η αναράϊδα (έκφρ), το λέμε για κάτι που εχάθηκε και δεν το βρίσκουμε.
Τοιμόγενη (η), αυτή που κοντεύει να γεννήσει.
Τόκα (η), στο δισκουβέρτο, η πόστα που έχει ένα φύλλο.
Τόκος (ο), ένα παιδικό παχνίδι, “… θα βγάλουμε τον τόκο, ποιος θα κάμει το θέλημα”. Και ασκώνανε το χέρι τους και το κατηβάζανε με ορισμένα δάχτυλα ανοιγμένα. Κέρδιζαν ανάλογα τα μονά ή τα ζυγά.
Τόμου (επίρ), όταν.
Τόνε πάει πειρί (έκφρ), έχει ευκοίλια.
Τορκοί (οι), τα σιδερένια τσέρκια του βαρελιού, αλλά και μιτσά κομμάτια από λάτα.
Τόσονε, δεικτική αντωνυμία με χειρονομία, “...έφερε ο Νίκος ένα σκύλο τόσονε”
Τότενες (επίρ), τότε.
Τότσο (επίρ), πολύ λίγο.
Του βάθου (επίρ), βαθειά.
Του καλαμιού (επίρ), έκφραση για αναρριχώμενα φυτά ή λουλούδια, που ανιβαίνουν σε καλάμι, “... εφύτεψα λίγα φασούλια του καλαμιού”.
Του κολύμπου (επίρ), κολυμπώντας.
Του κουτιού (επίρ), ολοκαίνουργο, σα να βγήκε τώρα από το κουτί.
Του ξάφνου (επίρ), ξαφνικά.
Του ξεπήρε τα σχέδια (έκφρ), τον μιμείται. 
Τουβάγια (η), το τραπεζομάντηλο|τουβαέλι (το), το πανί που βάνουνε στο τραπέζι, αντίς για χαρτοπετσέτα.
Τουλάϊστο (επίρ), τουλάχιστον.
Τουλουπώνω (ρήμα),τυλίγω|τουλούπα (η), γνέμα τυλιμένο, έτοιμο για τη ρόκα να το γνέσουνε. Έχει σχήμα σαν το μαλλί τση γριάς.
Τουλουπάνι (το), το τούλι. Με το πανί αυτό εκάνανε τα τσαντήλια, που εσουρώνανε το τυρί.
Τούμπουλα ή τύμπουλα (η), η κολοτούμπα,“... από τη χαρά του το μιτσό εβάρουνε τούμπουλες”.
Τούνος (ο), το ψάρι τόνος.
Τουρλουρού (η), η σβούρα που παίζουνε πάρτα όλα.
Τουτού (το), το αυτοκίνητο για τα μιτσά παιδιά.
Τούφος (ο), είδος μαλακού απορροφητικού πετρώματος.
Τραβάγιο (το), ο τόπος της εργασίας.
Τραβετζάρω (ρήμα), κάνω τραβέτζο|τραβέντζο (το), το “κόψιμο” του κρασιού, η μεταφορά από μεγάλο αγγιό σε μικρότερο, από βαρέλι ή νταμιζάνα σε μποτίλιες.
Τραβητά (επίρ), παίρνω κάτι με τσι τραβισιές.
Τραγουδιστάδες (οι), οι τραγουδιστές.
Τραμπούλο (το), το ταμπούρλο,τραμπουλί (το), το μιτσό ταμπούρλο.
Τράος (ο), ο τράγος, το ασερνικό κατσίκι|τραΐλιας (επίρ), μυρίζει τραγίλας|τραΐσιο (το), το κρέας του τράου.
Τραπεζούλι (το), το μιτσό τραπέζι.
Τραπέτσι (το), το πολύ ξινό.
Τρατάρω (ρήμα), κερνάω|τρατάρισμα (το), κέρασμα|τραταμέντο (το), η περιποίηση, το κέρασμα.
Τράτος (ο), αυτός που παίζει πρώτος στην τράπουλα|ο πρώτος στη σειρά.
Τράφος (ο), η τάφρος |τραφίσιος (επίθ), από τον τράφο“… κούτσουλος τραφίσιος”.
Τράχηλας (ο), το απάνω μέρος του πηγαδιού.
Τραχτέρι (το), το τρακτέρ.
Τρελοπαντιέρα (η), ο ασταθής χαρακτήρας.
Τρεμουλιό, (το), το τρέμουλο.
Τριάγκωνο (το), η τρίγωνη λίμα.
Τριάδα (η), ένα παιδικό παιχνίδι.
Τριβίδι (το), εργαλείο των οικοδόμων, που τρίβουν τη μαρμαρόσκονη.
Τριβόλια (τα), κάτι αγκάθια που τσιτάνε και κολάνε στα σκουτιά.
Τρίβουλα (τα), τα ψίχουλα|τριβουλίτσια (τα), τα μιτσά τρίβουλα, τριβουλότυρο, τριβουλόψωμο.
Τριγιάντα (αριθ.απόλ), τριάντα.
Τριγυρό (το), ένα παιδικό παιχνίδι.
Τρικάτσουλο (το), το σπίτι που τα νερά τση σκέπης ατρέχουνε από τρεις μπάντες.
Τρικό (το),  το πλεκτό.
Τρίλιος (ο), παιχνίδι τση τράπουλας.
Τριομερίτικο (επίρ), τριών ημερών.
Τρίριγο (το), το σακί με τσι τρεις ρίγες, καθώς υπήρχανε σακιά μονόριγα και τρίριγα.
Τρισέτε (το), παιχνίδι τση τράπουλας.
Τρίτα (αριθ. επίθ), η τρίτη στη σειρά.
Τριτάρικο (το), το χτήμα που επαχτώθηκε για το 1/3 τση σοδειάς. Μπορεί νάναι και μισιακό (μισό-μισό).
Τρίτσα (η), το ψάθινο καλοκαιρινό καπέλο.
Τριτσέλι (το), το τρίποδο.
Τριτσοκλέφτης (ο), ο πήλινος κουμπαράς.
Τριχάρις (επίρ), τίποτα.
Τρογυρίζω (ρήμα), τριγυρίζω|τρογύρω (επίρ), εδώ κοντά.
Τροπώνω (ρήμα), συμπιέζω|τροπωμένο (το), το συμπιεσμένο,“... εμάσαμε τρία σακιά τροπωμένα”. 
Τροφίματα (τα), τα τρόφιμα.
Τροχαλιάζω (ρήμα), κάνω τροχαλιές |τροχαλιά (η),  η ξερολιθιά.
Τροχάω (ρήμα), τροχίζω|τροχάρι (το), το ακόνι, η στουρναρόπετρα που τροχάνε τα μαχαίρια.
Τρύγος (ο), ο Σεπτέμβριος.
Τρυπιά (τα), οι μιτσές τρύπες, “…έκλεισες όλα τα τρυπιά και εσκάσαμε από τη ζέστα”.
Τρυποσάκης (ο), ένα σανούδι με πόντα, που τσιτιέται στα σακιά και στα σκατσούνια.
Τρυφεροφεγγαριά (η), το καινούριο φεγγάρι. Είναι ιδανική μέρα για φύτεμα ή μεταφύτευση δέντρων και λουλουδιών. Για περισσότερες πληροφορίες διαβάστε και την ανάρτηση το φεγγάρι και οι αγροτικές δουλειές,
Τρώω (ρήμα), τρώγω.
Τσ’ αφεντιάς σας (έκφρ), παλαιός χαιρετισμός που εξυψώνει αυτόν που απευθύνεται, “… καλησπέρα τσ’ αφεντιάς σας”.
Τσαγκάρενα (η), η γυναίκα από το σόι του Τσαγκάρη.
Τσαγκαρικό (το), το μαγαζί που φτιένουνε παπούτσια.
Τσαγκαρόσουλο (το), ένα σουβλί, που έχουνε οι τσαγκάρηδες και ανοίγουνε τρύπες για να περνάει ο σπάος.
Τσάγκουλα (η), η βρώμα, η δυσωδία.
Τσακμάκι ή τσακουμάκι (το), ο αναφτήρας.
Τσάκος (ο), ο τσακωμός.
Τσαμένο (το), το καημένο.
Τσάμπουρο (το), το τσαμπί.
Τσαντήλι (το), ένα τουλουπάνι, που βάνουνε μέσα  το τυρί και το κρεμάνε να σουρώνει. Εκεί το τυρί παίρνει και το σχήμα του σφηναριού.
Τσάντος (ο), ο Αλέξανδρος | Τσάντα (η), η Αλεξάνδρα.
Τσαντσαμίδι (το), το γιασεμί.
Τσαπί (το), εκτός από το ομώνυμο εργαλείο, είναι μονάδα μέτρσης τση εργασίας με τη δίκοπη. Ένα τσαπί, αντιστοιχεί σε τριακόσια κουλούμια, δηλαδή 300 τ.μ., “… αυτό το χωράφι, είναι δέκα πέντε τσαπιώνες”.  Σαν μονάδα έκτασης, τα τρία τσαπιά και κάτι, κάνουν ένα στρέμα.
Τσαπιώνες (έκφρ), αιτιατική πληθυντικού, του ουσιαστικού, το τσαπί.
Τσαπόνα (η), εργαλείο για σκάψιμο. Με την τσαπόνα εκάνανε ξεσφάλι|τσαπόνι (το), ο γκασμάς.
Τσαποστέλιαρο (το), το στελιάρι, το ξύλο για τη δίκοπη, την τσάπα, το γράβαλο ή το τσαπόνι.
Τσαρκαλεύω (ρήμα), ψάχνω|τσαρκάλεμα (το), το ψάξιμο.
Τσάταρα (η), αστείο, πλάκα “… εγινήκανε εχτές τσάταρες στο χωριό” |τσαταριόζος (ο), αυτός που κάνει τσάταρες.
Τσεκίνια (τα), δημοφιλή βενετσιάνικα νομίσματα μικρης αξίας.
Τσεκούρα (η), το μεγάλο τσεκούρι.
Τσεμπάλια (τα), κάτι μεγάλα πανιά σαν σεντόνια, που μέσα οι γυναίκες εβάνανε παλιόχορτα και ύστερα το κουβαλούσανε στην πλάτη τους. Η φράση απαντάται στη νότια Κέρκυρα.
Τσεπέλα (η), η σβουρλιά με ξερά σύκα.
Τσερβέλο (το), το μυαλό, ο εγκέφαλος.
Τσεργούλι (το), ένα παλιόπανο.
Τσέρουλα (η), ένα μικρό ψάρι.
Τση (άρθρ), στης, της, η γενική του άρθρου , με ή χωρίς πρόθεση.
Τση βγαλε τον πίτικα (έκφρ μτφ), τσή 'καμε έρωτα.
Τση γιακετός (ουσιαστ), τση γιακέτας.
Τση γυναικός (ουσιαστ), τση γυναίκας.
Τση κόλας (επίρ), καινούριο, του κουτιού.
Τση κοπελός (ουσιαστ), τση κοπέλας.
Τση μέγκλας (επίρ), με την τελευταία λέξη τση μόδας.
Τση μερός (επίρ), αυθημερόν.
Τση μπάγιας (επίρ), τση κοροϊδίας.
Τση νυχτός (επίρ), αυτή τη νύχτα.
Τση πατατός, (γεν), τση πατάτας.
Τση τάβλας (έκφρ), τραγούδια τση χαράς, που τραγουδιούνται στο τραπέζι του γάμου.
Τση τρίχας (επίρ), τόσο τέλειο, που ούτε μία τρίχα δε διαφέρει.
Τσι τρώω (ρήμα), τρώω ξύλο | τσίφαε (ρήμα), έφαε ξύλο.
Τσιγαριάζω (ρήμα), τσιγαρίζω το φαγητό | τσιγάριασμα (το), το τσιγάρισμα | τσιγάρι (το), το φαί που ετσιγαρίστηκε, “...εκάμαμε σέσκλα τσιγάρι”.
Τσιγκλάω (ρήμα), πειράζω κάποιονε | τσίγκλισμα (το), το πείραγμα.
Τσιγάλες (οι), τα τσιγάρα | τα τσιγάρα που έχουνε φούντα  (χασίσι).
Τσίκω (η), η κατσίκα|τσικούλι (το), το κατσικούλι.
Τσιλίντρο (το), το ψηλό καπέλο.
Τσιλίχουρδα (τα), τα  εντόσθια.
Τσίμα ή τσίμουλα (η), η άκρη.
Τσιμητιά (η), η τσιμουδιά.
Τσίμπαλα (τα), κάτι λάχανα που βγαίνουνε σε πέτρες κοντά στη θάλασσα και γένονται ωραία με σκορδαλιά.
Τσιμπηματιά (η), η τσιμπισιά.
Τσιμπίμπο (το), το σταφύλι σουλτανίνα.
Τσίμπουρας (ο), το τσιμπούρι| μτφ. το παράσιτο.
Τσινάω (ρήμα), κλωτσάω|τσινιά (η), η κλωτσιά του γαϊδάρου ή του αλόγου.
Τσιντίλικος (ο), ο αραιός, ο ελαφρύς, “… κάμε μου ορέ, ένα καφέ τσιντίλικο”.
Τσίπουρα (τα), οι κουτσοπόδοι, αυτά που μένουμε μετά από το ζίψιμο των σταφυλιών.
Τσιπουρίθρες (οι), οι σπασμένες αράτες των σταφυλιών, με τρίματα από κουτσοπόδους.
Τσιπουρόκρασο (το), το κρασί από το τελευταίο ζίψιμο των σταφυλιών.
Τσιρί (επίρ), ορθό, “… οι ρίζες το κραμπί που έβαλες εχτές, είναι όλες ορθές σαν τσιριά”.
Τσιρίγκι (το), το μικρό ποντίκι.
Τσιριμόνια (η), το σκέρτσο.
Τσιρίνι (το), το άνθος ενός φυτού, που το βάνανε για καντηλίθρα, και ανάβανε το καντήλι.
Τσιριτζάντζουλες (οι), τα νάζια.
Τσιρλιό (το), η ευκοίλια, “… κάτι εφάγανε εψές τα μιτσά μου, και όλη τη νύχτα τα πήγε  τσιρλιό”.
Τσίρλουρας (ο), ο βρεγμένος.
Τσιτάω (ρήμα), τσιμπάω, κεντάω κάποιονε με αιχμηρό όργανο|τσίτημα (η), η τσιμπισιά | τσιτησιά (η), η τσιμπισιά|τσίτα (η), αιχμηρό όργανο που τσιτάει.
Τσίτο (επιφ), επιφώνημα προτροπής σε γάτο για να φύγει.
Τσιτσί (το), το κρέας.
Τσιτσιμπύρα (η), αναψυκτικό από τζίτζερο, πιπερόριζα.
Τσίφα (η), το ψιλό κρύο.
Τσόκαλο (το), το ξύλο στο αστάκι, που απάνω του είναι τα μπομπόλια το γέννημα. Στα Γύρου το λένε κουμπάστακο.
Τσόκολο (το), η φασαρία|το σοφαντιπί.
Τσόμπρα (η), όπως και η παραμίνα, σίδερο που ανοίγανε τρύπες για φουρνέλα.
Τσόντα (η), πρόσθετο κομμάτι πανιού.
Τσου (άρθρο), στους, τους.
Τσου αμπελιώνες (έκφρ), στα αμπέλια.
Τσου αρνιώνες (έκφρ), στα αρνιά. 
Τσου αρχόντωνες (έκφρ),τσου αρχόντους.
Τσου Βαγιώνες (έκφρ), των Βαΐων. 
Τσου γαϊδάρωνες (έκφρ), τσου γαϊδάρους. 
Τσου γάτωνες (έκφρ), τσου γάτους. 
Τσου γιατρώνες (έκφρ), τσου γιατρούς. 
Τσου γύφτωνες (έκφρ), τσου γύφτους.
Τσου δασκάλωνες (έκφρ), τσου δασκάλους.
Τσου κοπελώνες (έκφρ), τσι κοπέλες.
Τσου κοριτσιώνες (έκφρ), στα κορίτσια. 
Τσου κοτώνες (έκφρ), τσι κότες.
Τσου λουλουδιώνες (έκφρ), στα λουλούδια. 
Τσου μιτσώνες (έκφρ), στα μιτσά.
Τσου μπαιδιώνες (έκφρ), στα παιδιά, “… η ώρα η καλή, και τσου μπαιδιώνες”.
Τσου πουλιώνες (έκφρ), στα πουλιά.
Τσου σκύλωνες (έκφρ), τσου σκύλους.
Τσου φτωχώνες (έκφρ), τσου φτωχούς
Τσου χοίρωνες (έκφρ),τσου χοίρους. 
Τσουγκανάω (ρήμα), βαρώ τα τσουγκανικά, δηλαδή τσι λαβέντζες και τα μπουρίκια.
Τσουί-τσουί (έκφρ), έτσι καλούνε τα πουλερικά για φαί. Το λένε και τση μπάγιας, για να φάνε τα μιτσά παιδιά.
Τσούκα (η), ένα παιδικό παιχνίδι, που εβαρούσανε νεράτζια με ένα τάλαρο.
Τσουκάλι (το), το πήλινο αγγειό που μαγειρεύουνε, η κατσαρόλα.
Τσούκνινο (το), ρούχο πλεμένο με μαλλί αρνιού.
Τσουλί (το), η πολύ δραστήρια κοπέλα|το κοτσάνι του φρούτου.
Τσουλουκάνια (η), είδος γερακιού.
Τσουμπαναμπά (έκφρ), το ελέγανε όταν εχορεύανε τα μιτσά παιδιά.
Τσούμπλασε (ρήμα), τσούπιακε, τσου τσάκωσε επ’ αυτοφώρω.
Τσούπουλι (επιφ), επιφώνημα προτροπής σε κότες. Στα διαπόντια νησιά τσι φωνάζουνε “πίλο πίλο”.
Τσουσμάρα (η), το τσούξιμο.
Τσουτσούδια (τα), τα μικρά λιανά ξύλα για προσάναμα|μτφ. οι οδοντογλυφίδες.
Τσωπαίνω (ρήμα), δεν μιλάω, κάνω τσιμουδιά|τσιωπή (η), η σιωπή|τσώπα (ρήμα προστ), σώπασε.
Τσούφα (η), η τούφα, “άφηκε στα μαλλιά της, μία τσούφα κόκκινη”.
Τυλιμένο (το), το τυλιγμένο.
Τυράγνιο (το), η τυραννία.
Τυφλίτας (ο), ένα φίδι ίσαμε ένα μέτρο, που ζει στα λιβάδια και στους κήπους. Λένε ότι είναι τυφλό.

ΥΨΙΛΟΝ
Υγρότη (η), η υγρασία, “... εψές είχε πολλή υγρότη. Με πονούνε τα κόκκαλά μου”.
Υπέροχια (επίθ), η υπέροχη, “…αυτή η μαργαρίτα, είναι υπέροχια”.
Υποθηκιάζω (ρήμα), βάνω υποθήκη | υποθηκιασμένο (επίθ), βαλημένο υποθήκη, “... το σπίτι είναι υποθηκιασμένο στην Τράπεζα”
Υποχρεώσες (οι), οι υποχρεώσεις.
Ύστερο (μτφ), το τέλος, η διαθήκη.
Υφάρμυρος (ο), ο ελαφρά αρμυρός.
Υψηλός (ο), ο Παντροκάτορας, “… επήγαμε αποβραδίς στον Παντροκάτορα τον Υψηλόνε”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου